αὐτὸ οἱ πολύπειροι κυνηγοὶ συνιστοῦν ἀναμονήν,
μέχρις ὅτου «στρώσῃ»,
τουτέστι μέχρις ὅτου πάρῃ τὸ γραμμικὸν πέταγμα.
Ἅμα ὄμως ὁ
κίνδυνος εἶναι πολὺ πλησίον, ὥστε νὰ μὴν ἔχῃ καιρὸν νὰ πετάξῃ, τότε στρώνεται ἐπάνω εἰς τὸ χῶμα καὶ
γίνεται «ἕνα» μ’ ἐκεῖνο. ῎Αν
τυχὸν ὁ χρωματισμός της εἶναι ἀταίριαστος, τὸ πιθανώτερον εἶναι
νὰ τὴν πάρετε ὡς ἕνα λίθον ἢ διὰ μίαν
τούφαν ξηρῶν φύλλων ἢ διὰ μίαν
ρίζαν, παρὰ νὰ νομίζετε, ὅτι ἐκεῖνο, ποὺ βλέπετε, εἶναι ζωντανὸν
πρᾶγμα.
Κανεὶς δὲν τῆς
ἠρνήθη τὴν σοφίαν διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκλέγει τὰ βοσκοτόπια της. Δὲν πρέπει νὰ ἔχουν
μόνον σκουλήκια καὶ ἔντομα,
ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ κάμνουν καμμίαν παραφωνίαν μὲ τὸν χρωματισμόν της.
Ἓν μόνον
λησμονεῖ κάποτε: ῞Οτι ἡ γῆ σφίγγει τὴν νύκτα ἀπὸ τὸν πάγο καὶ τὸ πρωῒ τὴν εὑρίσκουν οἱ χωρικοὶ ὡσὰν
σπαθὶ σφιγμένην μὲ τὴν μύτην της εἰς τὸ χῶμα.
Τί τῆς εἶχεν
ὅμως γράψει ἡ μοῖρά της! Νὰ τὴν ἐνδύσῃ ὁ Θεὸς μὲ τόσην πρόνοιαν, νὰ τῆς χαρίσῃ τόσην νοημοσύνην, ὥστε νὰ
χρησιμοποιῇ τὰ εἰς χρώματα,
εἰς μύτην καὶ εἰς μάτια δῶρά της, καὶ νὰ τῆς παρουσιασθῇ ἀπὸ τὸ ἄλλο
μέρος ὁ τηλέγραφος.
Αὐτὸ τὸ πουλὶ
στερεῖται τηλεγραφικοῦ αἰσθητηρίου. ῍Αν εἶναι μπρός του τηλεγραφικὸν σύρμα, θὰ πέσῃ ἐπάνω του
καὶ θὰ σκοτωθῃ. Πρὶν
ἀνακαλυφθῇ ὁ τηλέγραφος, ἐχθροὺς μεγάλους, εἶχε μόνον τοὺς
φάρους. Οἱ φυσιοδίφαι ἀπελπισθέντες ν’
ἀνακαλύψουν ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ
ποῦ πηγαίνει, ἐζήτησαν μὲ μελέτας ἐπὶ τῶν φάρων ν’ ἀνακαλύψουν
τὴν
προέλευσίν του καὶ τὴν διεύθυνσίν του.
Ἀλλ’ ἐπὶ
τέλους, ἀφοῦ ἐχύθη τόση μελάνη, ὅση διὰ τὴν ἐξέλιξιν ἑνὸς πλανήτου, κατέληξαν εἰς τὴν βεβαίωσιν ὅτὶ ἔρχεται
ἀπὸ παντοῦ καὶ πηγαίνει παντοῦ.
«Τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ
λόγγου»
Στέφανος Γρανίτσας
© Giorgio Peppas
ΕΠΑΝΩ-UP