Το παραπάνω μου αφήγημα αφιερώνω πρώτον, σ ένα γέρο απόμαχο κυνηγό 90 ετών, που με κάλεσε στις αρχές του Φλεβάρη στο σπίτι του για φιλική επίσκεψη και δεύτερον σ΄ όλους τους γέρους κι απόμαχους κυνηγούς, θα μείνουν αλησμόνητα στο βάθος του είναι μου, τα δάκρια που κυλούσαν στο ρυτιδωμένο του πρόσωπο, όταν αντίκριζε μία βαλσαμωμένη του πέρδικα και μου μιλούσε για παλιές, κυνηγετικές ιστορίες του.
Οι νοσταλγίες του κυνηγίου, είναι από τις ωραιότερες της σύντομης ζωής μας, της οποίας τα χρονικά διαστήματα, αλίμονο, ταχύτατα το ένα διαδέχεται το άλλο. Και ίσως τους στοχασμούς του γεροκυνηγού να συντροφεύουν - σαν χερουβικό νανούρισμα - οι σκιές τόσων και τόσων αξέχαστων, αγαπημένων μας, κυνηγών που έφυγαν.
Σαν το θεότρελο βαλς της χιονιάς, που κολλά πεισματάρικα στην παγωμένη μου τζαμαρία, στριφογυρίζουν θύμησες και πεθυμιές, κυκλώνοντας έρωτα κι ιδέα του κυνηγίου. Στο χλιαρό μου δωμάτιο, εγώ μόνος κι η βαλσαμωμένη μου νεκρόστηθη καμαρωτή μου πέρδικα, περνώ ώρες που κι αυτές χλιαραίνουν απ' το στοχαστικό σύννεφο της κάπνας του τσιγάρου μου. Δεν βλέπει κανείς πιο μακριά από το κοντινό του παραθύρι.
Η άσπρη πυκνάδα της χιονιάς φτιάχνει την αραχνένια παρθενική κουρτίνα μπροστά στα μάτια σου, όχι όμως στη σκέψη σου, στο στοχασμό και στην ψυχή σου. Οι άσπιλες νιφάδες τ' αγριωπού βοριά κατρακυλούν με περίσσιο νάζι.
Αντάμα βλέπουν τα διψασμένα μου μάτια, παράξενα να πέφτουν λογιών - λογιών πετούμενα κι αγαπημένες υπάρξεις του δάσους, της λιμνοθάλασσας, σ' ένα χαρούμενο αγκάλιασμα μ' αυτές, χορεύοντας στο παγωμένο οκνό μοτίβο του γέρου βοργιά
θεατής πια τώρα θερμός, από θύμηση, αντικρίζω με λαμπερά ψυχής μάτια, στην ολοζώντανη ανοιχτή αυλαία της νοσταλγίας, τους ατελείωτους έρωτες μου. Νάτοι ! Μπροστά μου όλοι μπερδεύτηκαν, έστησαν γιορτάσιμο χορό, λες κι είναι πρεμιέρα κάποιου αριστουργήματος που έφτιαξε η φύση.
Ολόφωτες οπτασίες στήσαν ζηλευτό χορό στο γέρικο φως των ματιών μου. Να πέρδικες καμαρωτές και πονηρές μπεκάτσες, χηνάρια, παπιά λογιών - λογιών με τα ζωηρά τους χρώματα, άμετρους πιο πέρα λαγούς, και του πληγωμένου κάπρου τα' άγριο βογκητό Όλα με περικύκλωσαν, κι όλα με τόση περηφάνια τα καμαρώνω.
Με όλα είχα κάμει συντροφιά. Με πεθύμησαν φαίνεται περισσότερο από μένα. Πόσο αλήθεια θα κουράστηκαν στην καταχνιά, στο κλείσιμο της θύελλας για να 'ρθουν να με βρουν!
Είναι οι παλιοί μου έρωτες, κι οι τωρινές μου αγάπες.
Όλα τους είναι πολύ χαρούμενα, λες και γνώρισαν το λάτρη της μάνας τους φύσης. Κάτι όμως από την παράξενη συντροφιά τους μου φαίνεται πως λείπει. Μία πέρδικα περήφανη. Που άραγε ξεχάστηκε και μ' έχει λησμονήσει;
Μα να! Ξεχώρισα τα ίχνη της πάνω στου χιονιού την άσπρη ράχη. θα τ' ακολουθήσω ίσως κι αυτή την ξανάβλεπα.
Απ' όλη τους τη χαρούμενη παρέα ζήτησα συγνώμη αφήνοντας τα
στο τρελό γλέντι, στην όμορφη κάτασπρη σάλα του Γενάρη. Ακολούθησα τα πηδηχτά αυτά ίχνη που μ' οδήγησαν σ' αγκαθένια βράχια, σε κυκλάμινα, σε γιόμα φθινοπώρου.
Ω! Χρόνια όμορφα, γλυκά, νιάτα μου περασμένα, γεμάτα τρόπαια και ομορφιές, τραγουδισμένα χρόνια! Εκεί πέρα απ' τη χιονιά πέρα απ' τα χιονισμένα, πέρα απ' τα τωρινά τα χρόνια βρήκα την πέρδικα μου. Για λίγο ξαπόστασα στη χαμηλή πεζούλα μίας γνώριμης βρυσούλας που είναι σα ζωγραφιά τ' αγκάλιασμα της με την αγράμπελη και τη μυρτιά, λες κι είναι μέσα στον κόρφο τους σαν να 'ναι η χαϊδεμένη τους. Ήπια νερό, δροσίστηκα και χάιδεψα το όπλο μου και τη μεγάλη μου συντρόφισσα, την όμορφη μου πέρδικα τη λίγο πληγωμένη, που κοιτούσε παράμερα την κάνη με φιλοσοφημένη απέραντη ματιά, σαν να μάντευε πως θα 'ταν η παρηγοριά και η ζέστη των γηρατειών μου.
Ήταν βασίλεμα ηλίου, θυμάμαι, που αντάμα φτάσαμε στο σπίτι που γιόμισε με μία καινούργια παρουσία τόσο γλυκιά κι αθάνατη και που μας καλωσόρισε τόσο καλοσυνάτη με το πρόσχαρο της χαμόγελο, η καλή γριούλα μου μητέρα.
Η δύναμη είναι άσωτη στου στοχασμού το πέρα. Τι κι αν με άφησε το χθες. Τ' ακολουθώ μ' όλο το βάρος των γηρατειών μου π' ακουμπά άπονα στους γυρτούς μου ώμους, που άλλοτε σήκωναν ήεβένχι-κα το όπλο μου, που 'χε λαλήσει σε ήλιους, σε φεγγάρια, σε λίμνες και σε ρεματιές, σε σύθαμπα παγωμένα και γλυκόχλωμα φθινοπωριάτικα πρωινά. Περνώ δρομάκια αδιάβατα, σ' απέραστα ρουμάνια, ανηφορίζω ελατιάδες, ποδοπατώ ακρογιαλιές, βούρλα σπαθάτα, παραμεράω καλαμιές. Σε γνώριμες δροσάτες πηγές σκύβω δροσίζομαι και δίνω και στο συνοδοιπόρο μου, στον πιο πιστό μου φίλο, στο σκύλο μου, να πιει κι αυτός.
Κι όλο βαδίζω κι όλο χάνομαι στο χθες, στα περασμένα, που με βρίσκει όμως, όπου κι αν πάω κάποιος αρθριτικός μου πόνος και με γυρίζει βίαια στη γέρικη ακτίνα μου, στη γέρικη σιωπή ίου λιβανομυρισμένου μου πια δωματίου. Τα ζω, τα ξαναζώ ολόγλυκα, όσο πικρά και αν γνωρίζω πως δεν θα ξαναζήσουνε μαζί πια. Τι κι αν με κλείνουν οι τοίχοι μου και τα γεράματα έχουν φυλακισμένο, το άτονο αδύναμο μου κορμί. Η ψυχή μου αντάμα με την κυνηγετική ωραία ιδέα, είναι ασύλληπτα πέρα και απ' την αλήθεια του χρόνου. Σα σε διαρκή άγιο λειτούργημα, σε ιερό ευλαβικό τόπο, βρίσκεται και πάντα θα μένη στην πιο καθαρή γωνία της ψυχής μου, η ιδέα αυτή, που σε πλανά στης απέραντης, άσωτης φύσης της λαμπράδα, την ομορφιά και την αγνότητα. Σα μελλοθανάτους περνώ τις τελευταίες μου στιγμές αγκαλιά σφιχτά με τη γλυκάδα της πιο ακριβής μου πεθυμιάς, που η ομορφιά της και το μεγαλείο της με κάνει να λησμονώ, το τι με περιμένει του χρόνου το κοντινό φευγιό.
Ώρες και ώρες κύλησαν κι όμως οι ακούραστοι καλεσμένοι μου ακόμα χορεύουν αντίκρυ μου κερνώντας τους άφθονο παγωμένο ποτό ο βοριάς. Με πόση δίψα και αχορτασιά τα καμαρώνω. Μπερδεύονται οι πάπιες κι οι λαγοί, και μου χτυπούν το τζάμι με το ράμφος τους οι αρχόντισσες μπεκάτσες. Με κάνουν να χαμογελώ με γέλιο ερωτευμένου. Με ένα μου βλέμμα αβρό, έπεσε πλάι μου, στην πιστή μου πέρδικα που έψαξα και τη βρήκα πέρα απ' τα χιόνια τα πυκνά πέρα απ' τα γηρατειά μου. Την είδα μελαγχολική. Σαν να ζήλεψε θαρρώ λιγάκι για την προσήλωση μου στην παράξενη συντροφιά και την επήρα κοντά μου. Τη χάιδεψα με τη ζωντάνια του πρώτου χαδιού που πήρε απ' το χέρι, την φίλησα.
Πόσο αλήθεια πίστεψα πως ένοιωσε το φιλί μου. Ποτέ δεν μ' απαρνήθηκε και στα βαθιά τα γηρατειά μου όμορφη πάντα περηφανοβλεπούσα πλάι μου κάθεται με αφοσίωση Πηνελόπης, πιστή κι ερωτευμένη.
Πόσα με την ακίνητη της συντροφιά δεν γνώρισα, δεν είδα. Χρονιές καινούργιες άμετρες μαζί ιης καλωσορίζαμε και τις γιορτάζαμε με κάποιο δάκρυ μου στα γέρικα θαμπωμένα μου μάτια, αυλακώνοντας τις βαθυχαραγμένες ρυτίδες του προσώπου μου, που χίλιες κι απάνω φορές φωτίστηκε από ωχρές φθινοπωριάτικες αυγές, το χάιδεψαν αύρες, μπόρες το έδειραν, βροχές το φίλησαν και παγωμένα δειλινά το κρύωσαν με ανέμους θυμωμένους.
Τις γιορτάζαμε ναι, με κάποια ανάμνηση κι άκαρπη στείρα προσμονή, με κάποιο σκίρτημα στην καρδιά μου που νοιώθω άδικα να φυλακώνει το γέρικο κουφάρι μου. Πάντα έτσι οι χρονιές αντάμα κύλησαν, ώσπου κάποιο χιονισμένο πρωινά, ίσως Πρωτοχρονιά μ' αφήσει η ζωή, πλάι στη κρεμασμένη μου άδεια φυσιγγιοθήκη, στις άτακτες σκορπισμένες μου αναμνηστικές φωτογραφίες και την πιστή μου και αθάνατη μου πέρδικα που με περήφανο βουβό πόνο στο χιλιοτραγουδισμένο καμαρωτό της στήθος, θα μ' αποχαιρετήσει, ορφανή για πάντα από μένα, με ιούς πόθους μου και πεθυμιές μου για κληρονομιά. Τι κι αν με καθηλώνει ο χρόνος στο περιθώριο της δράσης. Τόσα άμετρα μου μιλούν, με καλούν κοντά τους και με κερνούν απ' την αθανασία τους. Ανάμεσα τους ξαναζώ κι ακούω να κελαηδεί όπως παλιά, γλυκά γενναία το σκονισμένο μου δίκαννο. Σιγαλινά κι αγάλια σηκώνω το βαρύ μου κορμί και σέρνω τα τρεμάμενα μου πόδια.
Χτυπώ τα κούτσουρα στο τζάμι, για να θυμηθούνε πως πρέπει να κάνουν δυνατή φωτιά για να ζεστάνουν το γέρο. Κλείνω τα φορτωμένα απ1 το χιόνι εξώφυλλα της τζαμαρίας και τραβώ τόσο αποσταμένος τις βαριές κουρτίνες.
Μισοξαπλωμένος στην ίδια σπάνια θέση, καπνίζω αργά την πίπα μου κι η κάπνα της γίνεται θυμίαμα ευλάβειας στην κρεμασμένη μου σκονισμένη κάννη, που ανταύγειες σκορπά από το τριζοβολητό τα' αναμμένου τζακιού.
Το αναιμικό χαμηλό φως της λάμπας φωτίζει τ' ακοίμητα ματάκια της καλής φίλης μου πέρδικας, ενώ συνεχίζει ατελείωτα η κάπνα της πίπας μου, να φτιάχνει τα χλιαρά σύννεφα του γέρικου απέραντου στοχασμού μου.
Όλα τους είναι πολύ χαρούμενα, λες και γνώρισαν το λάτρη της μάνας τους φύσης.
Κάτι όμως από την παράξενη συντροφιά τους μου φαίνεται πως λείπει. Μία πέρδικα περήφανη. Που άραγε ξεχάστηκε και μ' έχει λησμονήσει;
Μα να! Ξεχώρισα τα ίχνη της πάνω στου χιονιού την άσπρη ράχη. θα τ' ακολουθήσω ίσως κι αυτή την ξανάβλεπα.
Απ' όλη τους τη χαρούμενη παρέα ζήτησα συγνώμη αφήνοντας τα στο τρελό γλέντι , στην όμορφη κάτασπρη σάλα του Γενάρη .
Ακολούθησα τα πηδηχτά αυτά ίχνη που μ' οδήγησαν σ΄αγκαθένια βράχια , σε κυκλάμινα , σε γιόμα φθινοπόρου…
TI EINAI KΥΝΗΓΙ Βασίλη Κομπόλη
Το τι είναι τελικά, ή αν θέλετε, στην ουσία του το κυνήγι, είναι κάτι πού αναπόφευκτα έχει απασχολήσει τόν κάθε κυνηγό.
Τό ερώτημα τίθεται είτε μέσα σ' ένα θετικό περίβλημα, όταν π.χ. συνειδητοποιεί κανείς τήν ψυχική του ανάταση σ' ένα πρωινό κυνήγι στό δάσος, είτε κάτω από αρνητική πίεση, όταν ας πούμε αναγκάζεται κανείς ν' αμυνθεί στις ποικιλόμορφες επιθέσεις πού τόσο τής μόδας είναι, γιά νά εξήγηση τί είναι αυτό πού τόν διαφοροποιεί από τους εχθρούς κι αδιάφορους αυτής τής τόσο σημαντικής γιά μάς τους κυνηγούς πλευράς τής ζωής μας.
Μιά προσωπική προσέγγιση είναι κι αυτό τό πόνημα, πού ελπίζουμε νά ενδιαφέρει καθέναν πού δεν έμεινε ποτέ ικανοποιημένος μέ τήν ανεδαφική κι απλοϊκή αντιμετώπιση τού κυνηγίου σάν ένα ακόμα άθλημα, ισάξιο άς πούμε μέ τό καθημερινό τροχάδην.
Φυσικά, κατά πρώτον θά εκμεταλλευθούμε τό προνόμιο τού νά είμαστε Ελληνες, κάτι πού μάς επιτρέπει ν' αντλήσουμε ουσιαστικές πληροφορίες γιά τήν ουσία πού εκφράζουν οι λέξεις μας.
Μέ μιά πρώτη ματιά, αντιλαμβανόμαστε ότι τό κυνήγι είναι συνώνυμο σχεδόν ισοδύναμο μέ τίς λέξεις Θήρα καί Αγρα.
Τό τί δηλώνεται σάν πράξη από τά συναφή ρήματα κυνηγώ, θηρεύω, αγρεύω είναι εξ ίσου πασιφανές. Αγω τους κύνας στην πρώτη περίπτωση, αντιμετωπίζω τά θηρία στην δεύτερη καί συλλέγω συλλαμβάνω κάτι τό ελεύθερα υπάρχον στην φύση στην τρίτη.
Είναι ευνόητο ότι η ετυμολογική θεώρηση τών παραπάνω συνωνύμων μάς οδηγεί στό νά τά θεωρήσουμε ιστορικά αντεστραμμένα, δηλαδή ότι ή έννοια τού αγρεύω προϋπήρξε ή καί συνυπήρξε τού θηρεύω κι επακολούθησε η έννοια τού κυνηγώ μέ τήν βοήθεια τών σκύλων.
Τά ρήματα αυτά ήδη από τής αρχαίας ιστορικής εποχής χρησιμοποιούνται αδιακρίτως γιά νά υποδηλώσουν τήν αυτή δραστηριότητα τού σημερινού κυνηγίου. Από τους αυτούς χρόνους, τίς απαρχές δηλαδή τής Ιστορίας, τό κυνήγι αποσυνδέεται από τήν Ανάγκη.
Ο
άνθρωπος δεν κυνηγά αμυνόμενος, αλλ' επιζητά τά θηρία συνήθως σε ξένους προς τήν διαβίωση του τόπους. Καί κυρίως ο άνθρωπος δεν κυνηγά γιά νά τραφεί, μιά κι η διατροφή του αντλείται από πηγές μή επικίνδυνες καί πλέον προσοδοφόρες.
Η λέξη κυνήγι επικρατεί καί φτάνει σ' εμάς μέχρι σήμερα λόγω τής περιορισμένης έννοιας πού φέρει, μιά καί π.χ. η λέξη θηρεύω δύναται νά χρησιμοποιηθεί καί γιά τήν θαλάσσια θήρευση, δραστηριότητα συναφέστατη μέτό καθεαυτό κυνήγι γιά τους αρχαίους μας προγόνους, κάτι πού συχνά αγνοείται από τήν σύγχρονη σκέψη μας.
Τό πόσο σέβονται κι εκτιμούν τό θεϊκό αυτό δώρο τού Απόλλωνα καί τής Αρτεμης είναι πιστεύουμε φανερά έκδηλο γιά όποιον πλησίασε ποτέ τήν σκέψη τών αρχαίων Ελλήνων.
Τό γιατί, κάλλιον πάντων μάς τό αναλύει ο Ξενοφών στον Κυνηγετικό του, έργο από τά μάλλον παραγνωρισμένα.
Πέραν όλων τών σωματικών ικανοτήτων πού αναπτύσσει ο κυνηγός, όπως αντοχή, οξύτητα όρασης κι αντίληψης, ικανότητες όμως πού αναπτύσσονται καί στά ελληνικά Γυμνάσια, εξόχως αναγνωρίζεται η συνεισφορά τού κυνηγίου στην διαμόρφωση τού χαρακτήρα ενός ελεύθερου πολίτη, όπως η λιτότητα, η εξοικίωση μέ τήν φύση, η σωστή εκτίμηση τού αντιπάλου, η προσωπική του αυτοπειθαρχία, η συνακόλουθη καρτερία κι η διηνεκής του ετοιμότητα νά αντιμετωπίσει τό οιονδήποτε συμβάν από τό συνήθως εχθρικό του περιβάλλον.
Περιττό μάλλον θά ήταν νά σημειώσουμε και τό εύλογο ενδιαφέρον πού επιδεικνύει ο Ξενοφών γιά τήν αυτονόητη προετοιμασία πού επιφέρει η κυνηγετική άσκηση γιά κάθε πολεμικό καθήκον πού ήθελε προκύψει γιά τόν πολίτη προς υπεράσπιση τής πατρίδας καί τής ελευθερίας του.
Μήπως απ' όλα αυτά θά μπορούσαμε νά διαμορφώσουμε μιαν πρώτη γνώμη γιά τό τί πίστευαν οι αρχαίοι Ελληνες ότι είναι στην ουσία του τό κυνήγι;
Δυστυχώς όχι. Τό νά εκφέρουν μιαν τέτοια γνώμη γιά κάτι τόσο αυτονόητο θά έμοιαζε μάλλον μέ τό νά εκφράσουν γνώμη γιά τό τί είναι η ελευθερία, ή η πατρίδα, ή η σύσταση τού σώματος τών θεών τους.
Είναι ένα γεγονός τόσο απλό, τόσο απτό, τόσο αυτούσιο όσο κι ο ήλιος πού λάμπει, ή η πρωινή πάχνη. Δέν συζητά κανείς γιά τέτοια πράγματα.
Αλλ' άς ξαναπιάσουμε τό θεωρητικό νήμα πρίν τήν παρένθεση τών προγόνων μας. Κι άς θέσουμε εδώ τό πιό ίσως κρίσιμο ερώτημα γιά τήν παραπέρα εξέλιξη τού θέματος μας: υπήρξε ποτέ ο άνθρωπος σάν άνθρωπος βεβαίως κι όχι σάν κάποια μορφή πιθηκανθρώπου ΜΗ κυνηγός;
Ναί, θ' ακούσουμε κατά πάσα πιθανότητα.
Τό πρώτο στάδιο τού ανθρώπου ήταν αυτό ενός φυτοφάγου-συλλέκτη, υποστηρίζεται.
Αρέσκονται μάλλον οι περισσότεροι νά φαντάζονται έναν ειρηνόφιλο λάθρα διαβιώνοντα συλλέκτη ξηρών καρπών και χλόης, ασχέτως άν μιά τέτοια υπόθεση δέν στηρίζεται παρά στην αγαθή τους προαίρεση.
Δέν χρειάζεται εδώ νά θέσουμε προβλήματα όπως η ύπαρξη τών κυνοδόντων στό ανθρώπινο γένος, αλλ' απλά άς αναλογιστεί κανείς άν ο άνθρωπος σάν φυσικό όν θά μπορούσε ποτέ νά υπάρχει μή αμυνόμενος γιά τήν επιβίωση του.
Ποια φυλή φανταστικών αγρίων θά πρέπει νά υποθέσει κανείς μή προικισμένη μέ τήν ετοιμότητα προς άμυνα κατά τού πολύ εχθρικού καί τότε πολύ εχθρικότερου περιβάλλοντος της;
Καί δέν είναι άραγε ηλίου φαεινότερον ότι μιά φυλή πού κατέχει τά μέσα καί τήν γνώση γιά άμυνα, θά χρησιμοποιήσει αυτά τά μέσα καί γιά τόν προσπορισμό τροφής;
Αλλά συντριπτικώτερη απόδειξη γιά τήν ιστορική ταυτότητα ανθρώπου-κυνηγού δέν αποτελεί τό γεγονός ότι ΠΟΥΘΕΝΑ δέν ανευ-ρέθησαν απολιθώματα ανθρώπινα ή ανθρώπινης εν γένει δραστηριότητας χωρίς νά συνοδεύονται από αδιάσειστα στοιχεία πού δακτυλο δεικτούν τήν κυνηγετική ιδιότητα σάν τό κέντρο ύπαρξης τού αρχέγονου προγόνου μας;
Θά πρέπει λοιπόν νά δεχτούμε σάν αδιάσειστη βεβαιότητα ότι τό κυνήγι συνιστούσε τήν κύρια εκδήλωση τού ανθρώπινου είδους.
Είναι εύκολο νά υποθέσει κανείς ότι πρωταρχικά επεδόθη στην θήρα, δηλαδή στην αντιμετώπιση τών αγρίων θηρίων πού απειλούσαν τήν ίδια τήν οντότητα του καί κατόπιν στην άγρα, ακόμα χωρίς τήν υποστήριξη κυνών, αλλά μέ μόνη βοήθεια τήν νοημοσύνη του, τά όπλα πού αυτή η τελευταία τού επέτρεπε νά κατασκευάση καί κυρίως τίς παγίδες πού δημιουργούσε εξασκώντας ανεξάντλητα τήν ανθρώπινη διάσταση τού πνεύματος του.
Η αμφίδρομη αυτή σχέση μεταξύ τής ανθρώπινης διανοητικότητας καί τής θήρας θά πρέπει ιδιαίτερα νά προσεχθεί.
Τό ότι η θηρευτική ιδιότητα απαιτεί ανάπτυξη τής νοημοσύνης είναι γενικά παραδεκτό.
Ο καθένας μπορεί νά αναλογιστεί ευρύτερα τό επίπεδο νοημοσύνης πού διακρίνει τά σαρκοφάγα κατά τεκμήριον θηρευτικά ζώα σέ σχέση μέ τά φυτοφάγα. Καί περισσότερο όλων τά ειδικά χαρίσματα τών θηρευτικών ζώων, όπως η ομαδικότητα, η υλοποίηση έστω πρωτόγονων μορφών τακτικής καί στρατηγικής κι η αλληλοϋποστήριξη τής αγέλης ομάδας, συστατικά πού τροφοδοτούνται από τήν ύπαρξη νοημοσύνης καί τήν ανατροφοδοτούν προς υψηλότερες μορφές νοητικής εξέλιξης.
Είναι ευνόητο ότι αυτή η ανατροφοδότηση λειτούργησε γιά τόν ανοικτό εξελικτικά ανθρώπινο εγκέφαλο εξόχως αποδοτικά.
Η ευφάνταστη δημιουργία ολοένα καί περισσότερο αποτελεσματικών παγίδων, η ευέλικτη κι ουσιαστική βελτιστοποίηση τών θηρευτικών του μέσων κι η
αναγκαστική ανάπτυξη τής παρατηρητικότητας και μνήμης λόγω τής αναπόφευκτα αναγκαίας γνώσης του πώς ζουν καί πώς μετακινούνται τόσο οι εχθροί του όσο καί τά θηράματα του είναι σίγουρο ότι συνεισέφερε τά μέγιστα στην τελειοποίηση του πρωτανθρώπου.
Κατ' ιστορική αναγκαιότητα η υπέρτερη νοημοσύνη του τόν έφερε στό σημείο τής καταναγκαστικής εκμετάλλευσης τών ζώων πού τόν περιέβαλλαν. Καί πράγματι η πρώτη εξημέρωση είναι αυτή τού σκύλου, ακόμη ένα ενδεικτικό σήμα γιά τήν προϊστορική του πορεία. Περί τούτου δέ ουδεμία χωρεί αμφιβολία. Αλλ' άς σημειώσουμε εδώ απλά γιά κάθε κακόπιστο ότι ο ίππος π.χ. αποτελεί γιά χιλιετηρίδες τροφή γιά τόν άνθρωπο, ότι οι σχετικές μ' αυτόν λέξεις διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ λατινικής καί ελληνικής (πράγμα πού οδηγεί στό συμπέρασμα ότι στην απώτατη εποχή πού οι δύο λαοί ζούσαν σάν μία φυλετική οντότητα δέν υπήρχε ο εξημερωμένος ίππος) καί τόν μύθο βεβαίως τών Κενταύρων πού υποδηλεί τήν καθυστερημένη εμφάνιση τών ιππέων σάν οδηγών βοοειδών στην μυθολογική μνήμη τών Ελλήνων.
Ερχόμαστε λοιπόν στην εποχή τού καθεαυτό κυνηγίου όπου μέ τήν βοήθεια ευμεγεθών κοπαδιών σκύλων αναπτύσσονται τά μεγάλα κυνήγια, στά οποία λαμβάνουν πλέον μέρος κι εξειδικευμένες ομάδες τής αυτής φυλής.
Βλέπουμε εύκολα ότι οι νέες μορφές κυνηγίου σ' ευρύτατες κλίμακες οδηγούν καί σέ νέες ανθρώπινες δομές. Η εξειδίκευση κι η ιεραρχική διαστρωμάτωση τών ανθρώπων γίνεται πλέον αναπόφευκτη. Οι ελεύθερες πρωτοβουλίες πρέπει νά περιορισθούν χάριν τής ομαδικής αποτελεσματικότητας.
Η σχεδίαση κι ο συντονισμός τών επί μέρους ενεργειών απαιτούν τήν ύπαρξη μιας δομημένης πυραμίδας, όπου ο καθένας παίρνει τήν δικαιωματική θέση του.
Τό ανθρώπινο είδος ξεφεύγει από τήν πρωτόγονη μορφή τού συντροφικού χωριού φυλής κι ο καιρός γιά τήν δημιουργία τών οργανωμένων πόλεων, μέ τίς αυστηρές ιεραρχίες καί τους καθορισμένους νόμους συμπεριφοράς έχει φτάσει.
Τά υπόλοιπα είναι ιστορία. Τό κυνήγι δέν θά πάψει ν' αποτελεί μία κυριαρχική ανθρώπινη δραστηριότητα, άν καί γιά λόγους ευνόητους στον καθέναν η άσκηση του θά περιοριστεί σταδιακά στους ελεύθερους πολίτες πολεμιστές, ή στους ευγενείς φεουδάρχες πολεμιστές καί θά τό στερηθεί μάλλον βίαια η μάζα τών σκλάβων, δουλοπάροικων, υπηκόων.
Τό γιατί θά τό δούμε στην συνέχεια, όταν θά επιχειρήσουμε μιαν αναδρομή στην ιστορία τού κυνηγίου.
Πραγματικά, είναι απορίας άξιον ότι οι ποικιλλώνυμοι εχθροί τού κυνηγίου δέν έκαναν ποτέ τόν κόπο ν' αναλογιστούν τί νά σημαίνει άραγε τό φαινόμενο ότι ΟΥΔΕΠΟΤΕ υπήρξε φυλή ή λαός, ή οιαδήποτε ανθρώπινη ομάδα που ΔΕΝ ΚΥΝΗΓΟΥΣΕ καί φυσικότατα μιλάμε γιά
τίς τελευταίες χιλιετηρίδες πού τό κυνήγι δεν συνιστά πλέον βασικό μέσον προσπορισμού τροφής.
Πού μας οδηγούν όλα αυτά;
Πιστεύουμε στην αρχική παραδοχή ότι τό κυνήγι δέν αποτελεί μιά ανθρώπινη παράπλευρη δραστηριότητα, όπως π.χ. η συλλογή γραμματοσήμων, αλλά μιά βασική ενστικτώδη εκδήλωση, μιά σύμφυτη μέ τήν ίδια τήν ύπαρξη μας ιδιότητα, έναν παράγοντα αναπόσπαστο τής ψυχικής μας οντότητος.
Ακόμη καί σε περιοχές όπου τό φυσικό περιβάλλον αποκλείει κάθε παρόμοια εκδήλωση, βλέπουμε τόν άνθρωπο νά διοχετεύει τήν αυθόρμητη αυτή παρόρμηση του σέ παραπλήσιες ικανοποιήσεις, όπως π.χ. η ορειβασία, η σπηλαιολογία, τ' αλπικά αθλήματα, κ.λ.π. Θά' πρεπε λοιπόν νά επιδεικνύουμε κάποιο σεβασμό γι' αυτήν τήν μάλλον καταφρονημένη κι όμως πρωτογενή ανθρώπινη πλευρά, πού η στόμωση της σίγουρα δέν προάγει τήν ολοκλήρωση ενός ελεύθερου ανθρώπου.
Τό αρχικό μας άρα ερώτημα τού τί είναι τό κυνήγι, θά πρέπει μάλλον ν' αντικαταστήσουμε μέ τό ερώτημα:
Τί είναι λοιπόν ο άνθρωπος; Οποιος επ' αυτού στοχάζεται, σωστά στοχάζεται καί κάθε απάντηση γι' αυτόν ίσως περιττεύει.
MANIA ΚΑΙ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΙΟΥ του ΚΩΣΤΑ ΟΥΡΑΝΗ
Κάθε κυνηγετική περίοδο τα δασαρχεία μας εκδίδουν, όπως διάβασα κάπου, περί τις 250.000 κυνηγετικές άδειες.
Είμαι ένας από τις διακόσιες πενήντα αυτές χιλιάδες κυνηγούς και μπορώ να πω μαζί με τον Ουγκώ ότι «και ένας ακόμα να 'μενε, αυτός θα ήμουν εγώ».
Γιατί δεν αγαπώ απλώς το κυνήγι, έχω το πάθος του.
Και το πάθος αυτό είναι τόσο περισσότερο δυνατό κι αποκλειστικό, όσο είναι όψιμο, με κατάλαβε άξαφνα κι απροσδόκητα "mel messo del cammin" του βίου μου...
Δεν λένε ότι τα όψιμα πάθη είναι τα πιο σφοδρά, τα πιο κυριαρχικά;
Iσαμε πριν από μερικά χρόνια το κυνήγι ήταν ότι μ' ενδιέφερε Λιγότερο, σήμερα ότι μ' ενδιαφέρει περισσότερο. Μ' απορρόφησε ολόκληρο!
Όπως η Περσεφόνη ζούσε το μισό χρόνο σσον Άδη και τον άλλο μισό πάνω στη γη, έισι κι εγώ αισθάνομαι ότι ζω όσο κρατάει η κυνηγετική περίοδος και τον άλλο καιρό περιμένω, σ' ένα είδος νάρκης, τον ξαναερχομό της. Δεν κάνω πια παρά σχέδια κυνηγετικά.
Τα όνειρα μου είναι κυνηγετικά, να πάω στην Αφρική να σκοτώσω χοντρό κυνήγι ή στο Δέλτα του Δούναβη, που είναι η ζούγκλα των υδρόβιων πουλιών...
Δεν μετακινούμαι μέσα στην Ελλάδα παρά μόνο για να κυνηγήσω κι είμαι πάντα πρόθυμος να κυνηγήσω οπουδήποτε, μ' οποιονδήποτε και για οσοδήποτε καιρό.
Στο σπίτι μου περιστοιχίζομαι από κατάλογους, δέχομαι κατά προτίμηση κυνηγούς κι όπως οι μεγάλοι βιομηχανικοί οίκοι έχουν παντού αντιπροσωπείες, έτσι κι εγώ έχω σε διάφορα μέρη της Ελλάδας τους ανθρώπους μου, που με κρατάνε ενήμερο των τοπικών περασμάτων των αποδημητικών πουλιών ή που με συνοδεύουν στο κυνήγι του ενδημικού θηράματος και που είναι για μένα ότι μήταν οι κομματάρχες για τους πολιτικούς μας.
Η ιματιοθήκη μου περιλαμβάνει πλήρεις αμφιέσεις για κάθε είδους κυνήγι: κάμπου, βουνού, βουνών και βάλτων και για κάθε καιρό, ζέστη, δροσιά, παγωνιά, βροχή.
Τα συρτάρια μου είναι γεμάτα φυσίγγια για όλων των ειδών τα θηράματα, επιστημονικά γομωμένα, για να έχουν άρτια απόδοση με οποιαδήποτε καιρική συνθήκη.
Κι όλα αυτά δεν είναι τίποτα.
Στο κυνήγι, και χάριν του κυνηγίου, εκβιάζω τον ευατό μου ν' αλλάζει τις πιο βασικές του ιδιότητες: εγώ που απεχθάνομαι το περπάτημα, κάνω αγόγγυστα αν και με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω τις επίπονες και πολύωρες πεζοπορίες που απαιτεί, εγώ που έχω το φόβο των μικροβίων, έχω πιει νερά κι έχω φάει πράγματα πλέον ύποπτης καθαριότητας, εγώ που αγαπώ τις ανέσεις μου, κλείνω τα μάτια σ' όλες τις ταλαιπωρίες του κυνηγίου: στην αφόρητη ζέστη που μεταβάλλει τα σωθικά σε αναμμένο καμίνι, στο τουρτούρισμα της πρωινής παγωνιάς, στην ακαθαρσία του σώματος, στα ζωύφια κι άντεξα κάποτε να μείνω δέκα ολόκληρες μέρες, χειμώνα καιρό, σ' ένα βουνό της Μακεδονίας, μέσα σε μία εγκαταλειμμένη αχυροκαλύβα τσοπάνηδων, περιστοιχισμένος από χωρικούς, με τους οποίους συνέτρωγα από τα ίδια πιάτα, ακούγοντας τα ποντίκια να τραγανίζουν τα τρόφιμα μας δέκα πόντους μακριά από το κεφάλι μου, κοιμόμουν στο χώμα και ασφυκτιώντας από τον πυκνό καπνό της πελώριας φωτιάς, που διατηρούσαμε αναμμένη, τη νύχια, στο κέντρο της καλύβας, κι εν τούτοις ήμουν ευτυχισμένος.
Για την ικανοποίηση του πάθους μου, έχω γυρίσει, λίγο πολύ, όλη την Ελλάδα, μ' όλα τα μεταφορικά μέσα - από το αεροπλάνο ίσαμε το μουλάρι και κυνήγησα όλων των ειδών τα θηράματα: έχω περιέλθει τους γυμνούς μακεδόνικους κάμπους για πεδινές πέρδικες, έχω σκαρφαλώσει στα πετρώδη (και τι πετρώδη!) βουνά των Κυκλάδων για πετροπέρδικες, έχω κάνει καρτέρι γι' άγριογουρούνα, το χειμώνα, μέσα στα δασώδη υψώματα ίου Καμπιρλί αγνάντια στο χιονισμένο Μπέλες, έχω τσαλαβουτήσει για μπεκατσίνια στους βάλτους της Ράχης, έχω αντικρίσει κοπάδια λύκων στο Γαλλικό ποταμό, πήγα για πάπιες από τη Στυμφαλία έως τη Χαλκιδική, κυνήγησα νύχτα αγριοπερίστερα, μπαίνοντας στις θαλάσσιες σπηλιές τους με βάρκα και με πυροφάνι, βρέθηκα στα περάσματα των τρυγονιών στην Τήνο και στα περάσματα των τρυγονιών στην Τήνο και στα περάσματα των ορτυκιών στη Μυτιλήνη και πήγα για λαγούς στην 'Ηπειρο...
Είμαι, όπως βλέπετε, ένας από τους μανιώδεις Νεμμώδ της Ελλάδας. Είμαι κι από τους καλύτερους;
Κατά κανόνα οι κυνηγοί δεν ομολογούν ποιέ σκοπευτική αδεξιότητα. Άλλοι εξογκώνουν συστηματικά τον αριθμό των θηραμάτων που σκότωσαν σ1 ένα τους κυνήγι, όπως οι γυναίκες ελαττώνουν τον αριθμό των ετών ιούς. Άλλοι όταν τους ρωτούν τι σκότωσαν, απαντούν περίπου όπως ο Μαυροβούνιος του ανεκδότου, ο οποίος στην ερώτηση: «Πόσους κατοίκους έχει το Μαυροβούνιο», απάντησε: «Εκατόν εικοσιπέντε εκατομμύρια... μαζί με τη Ρωσία».
Δεν σας λένε δηλαδή: «Σκότωσα τρία ορτύκια», αλλά: «Προχθές στο Σούνιο, σκοτώσαμε, τρεις άνθρωποι, ογδόντα ορτύκια»...
Άλλοι, αν γυρίζουν με άδειο το σάκο τους στην κυνηγετική τους παρέα, είναι: «γιατί τα φυσίγγια τους δεν ήταν καλά» ή: «γιατί δεν μπόρεσαν να βρουν μέσα στα θάμνα δύο πέρδικες που σκότωσαν» ή «γιατί βρέθηκαν να 'χουν στην ασφάλεια το όπλο τους όταν τους παρουσιάστηκε ένας λαγός» και άλλα παρόμοια.
Πολλοί, τέλος, παρουσιάζουν στη γυναίκα τους, σα δικό τους, κυνήγι αγορασμένο τη στιγμή της επιστροφής από τους χωρικούς.
Εγώ ομολογώ με ειλικρίνεια ότι είμαι ένας πολύ μέτριος κυνηγός. Όταν βλέπω ένα λαγό ή ένα πουλί να πέφτει από τα σκάγια μου, αισθάνομαι τόση χαρά, όση και... έκπληξη.
Και δεν έχω ακόμα αποβάλει εντελώς τη συνήθεια να κοιτάζω γύρω μου, για να βεβαιωθώ ότι είμαι μόνος κι ότι το θήραμα που έπεσε, δεν έπεσε από κανενός άλλου κυνηγού την τουφεκιά.
Μολονότι έχω πάει παντού όπου βρίσκεται το περισσότερο θήραμα, ποτέ μου δεν σκότωσα, σε μία ημέρα, περισσότερους από δύο λαγούς, ή από τέσσερις πέρδικες ή από έξι τρυγόνια ή από δέκα ορτύκια κι ένας θεός ξέρει πόσα φυσίγγια έχω κάψει!
Εξακολουθώ όμως να κυνηγώ με την ίδια φιλοσοφική διάθεση, που ο Καντίνι του Βολτέρου καλλιεργούσε τον κήπο του, γιατί η χαρά κι η συγκίνηση του κυνηγίου δεν περιορίζονται σε ότι κανείς σκοτώνει.
Όσοι δεν κυνηγούν, δεν ξέρουν κι ούτε μπορούν να διαισθανθούν πως χτυπάει η καρδιά του κυνηγού, όταν το σκυλί του στέκεται σε μία «φέρμα» ή όταν σηκώνει το όπλο του σ' ένα κοπάδι πέρδικες, που πετιούνται, άξαφνα από μπρος του μ' ένα πολυάριθμο και δυνατό θόρυβο φτερών, με πόσο συγκεντρωμένο και αμείωτο ενδιαφέρον πεζοπορεί ώρες ολόκληρες σ' αναζήτηση του θηράματος όσο κι αν αυτό που παίζει, πολλές φορές.
Το παιχνίδι που έπαιξαν οι Ρώσοι στο Μέγα Ναπολέοντα κατά την προέλαση του ίσαμε τη Μόσχα πόσο κατέχεται από την ελπίδα, ότι αν απέτυχε σ' αυτό το πουλί, θα πετύχει στο επόμενο που θα του παρουσιαστεί, τι γλυκό είναι το ψωμοτύρι που τρώει κοντά σε μία πηγή «λαλούσα» ύστερα από ένα εξαντλητικό περπάτημα και πόσο πληρέστερα και βαθύτερα από κάθε άλλον άνθρωπο νοιώθει και χαίρεται τη φύση, αυτός που διασχίζει κάμπους, ανεβοκατεβαίνει βουνά, σταματάει σε πανοπτικά σημεία των οριζόντων, μυρίζει το ζεστό άρωμα των θυμαριών το καλοκαίρι και το νοτισμένο άρωμα των δασών το χειμώνα, αφουγκράζεται όλους τούς ψιθύρους κι όλους τους θορύβους του μεγάλου υπαίθρου, αντικρίζει ονειρώδη ξημερώματα από κορφές νησιών που δεσπόζουν πάνω στην ατέρμονη θάλασσα και βραδιάζεται κάτω από βαθειούς έναστρους ουρανούς μέσα σ' ερημιές όπου κλαυθμηρίζει η κουκουβάγια, κρίζουν οι γρύλοι και θροΐζουν μυστηριωδώς τα φυλλώματα.
Όλα αυτά βάζουν τον κυνηγό σε μία κατάσταση θείας ευφορίας. Οι πλόκαμοι της καθημερινής ζωής μιζέριες, εναντιωθείς, φροντίδες, ανησυχίες ξεσφίγγουν ολότελα την ψυχή του και το πνεύμα του, τα νεύρα του γαληνεύουν όπως κάτω από την επίδραση του οπίου, και αποδίδεται στον εαυτό του τέτοιος που ήταν ο άνθρωπος στη χαραυγή του κόσμου: μονοκόμματος, αφρόντιστος, μόνος κι ελεύθερος!
Όιον απέκτησα ένα σκυλί που συνδυάζει τα τελειότερα φυσικά χαρίσματα με την τελειότερη εκγύμναση, χάρηκα περισσότερο παρά από οποιαδήποτε ερωτική μου κατάκτηση κι ένοιωσα περισσότερη υπερηφάνεια όταν σκότωσα ένα αγριογούρουνο, παρ' όση για το ωραιότερο μου ποίημα...