11-5--2012
: Η Ευρώπη αντιμέτωπη με τη δυσκολότερη δοκιμασία στην ιστορία της
...!
Πενήντα πέντε χρόνια μετά τη Συνθήκη της Ρώμης, που ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η διάδοχός της η ΕΕ μάχεται να αποδείξει στον εαυτό της και στον κόσμο ολόκληρο ότι μπορεί να ξεπεράσει τις προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπη.
Αυτό που ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια ως μια κρίση στον οικονομικό τομέρα, και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε κρίση χρέους, επεκτάθηκε το 2011 σε μια πλήρους κλίμακας απειλή για την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινής ευρωπαϊκής πορείας.
Εν μέσω της αναταραχής, μερικές φορές ξεχνάμε ότι η ΕΕ, παρ'όλα τα προβλήματά, έχει και τεράστια επιτεύγματα στο ενεργητικό της.
Με 27 κράτη μέλη (28 το επόμενο έτος με την είσοδο της Κροατίας) και περισσότερους από 500 εκατομύρια κατοίκους, η ΕΕ αποτελεί τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά του κόσμου.
Πολλοί από τους πολίτες της απολαμβάνουν ένα βιοτικό επίπεδο που θα ζήλευε μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Το κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο της, το οποίο συνδυάζει τον καπιταλισμό και το κράτος πρόνοιας, είναι υπό πίεση, αλλά ουσιαστικά προσαρμόζεται στην αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Η προσχώρηση στην ΕΕ συνέβαλε στη σταθεροποίηση των νέων δημοκρατιών στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία, και, αργότερα, επανασυνδέσε μια ήπειρο διχασμένη στον απόηχο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, επιτρέποντας την είσοδο των 10 πρώην κομμουνιστικών κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Η επιθυμία της Σερβίας και άλλων χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας να ενταχθούν στην ΕΕ υπογραμμίζει την ελκυστικότητα της Ένωσης ως πόλο ελευθερίας και ευημερίας.
Παρ 'όλα αυτά, η σημερινή κρίση ταράζει συθέμελα την ενοποίηση που με κόπο οικοδομήθηκε κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.
Σε πολιτικό επίπεδο, η ζημια είναι ορατή με την εμφάνιση των αντι-καθεστωτικών, λαϊκιστικών κομμάτων, από την άκρα αριστερά και δεξιά, που εκμεταλλεύονται τους φόβους των πολιτών απέναντι στην οικονομική ανασφάλεια και την απώλεια της εθνικής ταυτότητας.
Από τη Γαλλία στην Ελλάδα, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ουγγαρία, κάποιοι πολιτικοί της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς έχουν υποκύψει στον πειρασμό να ταχθούν ενάντια στην ΕΕ, σε μια προσπάθεια να αμβλύνουν την έλξη που ασκούν τα ακραία πολιτικά κόμματα.
Η εισαγωγή του ευρώ το 1999 επιτάχυνε τη διαδικασία ολοκλήρωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ευρώπης, αλλά, όπως παρατήρησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε έκθεση της τον Απρίλιο, οι ανακατατάξεις στον τραπεζικό τομέα και τις αγορές χρέους από το 2007 έχουν σταματήσει την πορεία προς την ενσωμάτωση και σε ορισμένες περιπώσεις την έχουν αναστρέψει.
Πολλές τράπεζες έχουν υποχωρήσει πίσω στις εγχώριες αγορές τους, απαλλάσσοντάς εαυτούς από ομόλογα και χρέη έξω από τη χώρα τους.
Αυτή η διαδικασία «επανεθνικοποίησης» οξύνθηκε από τα τεράστια ποσά των κρατικών ενισχύσεων - € 1.6 τρις., ή 13,1% του κοινοτικού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος - που οι εθνικές κυβερνήσεις διοχετεύσαν στις τράπεζες μετά το 2008 με τη μορφή κρατικών δανείων, εισφορών κεφαλαίου και εγγυήσεων.
Εν τω μεταξύ, το χάσμα μεταξύ ισχυρότερων και ασθενέστερων οικονομιών της 17-έθνους ευρωζώνης διευρύνεται, καθώς η κρίση συνεχίζεται. Η ανεργία μειώθηκε στη Γερμανία το Μάρτιο στο 6,7 τοις εκατό, χαμηλό εικοσαετίας, αλλά στην Ισπανία αυξήθηκε σε 24,4 τοις εκατό. Περίπου οι μισοί Ισπανοί κάτω των 25 είναι άνεργοι.
Στις αγορές ομολόγων, το κόστος δανεισμού για τις συνετές φορολογικά χώρες της βόρειας Ευρώπης δεν ήταν ποτέ χαμηλότερο: η απόδοση στο 10ετές ομόλογο της Γερμανίας άγγιξε το 1,63 τοις εκατό στα μέσα Απριλίου, και της Σουηδίας είναι επίσης κάτω από 2 τοις εκατό. Η απόδοση των ισοδύναμων ελληνικών ομολόγων ανέρχεται σε 20 τοις εκατό περίπου, και για την Πορτογαλία είναι περισσότερο από 10 τοις εκατό.
Στην πραγματικότητα, ούτε η Ελλάδα ούτε η Πορτογαλία έχουν πρόσβαση στις αγορές ομολόγων, αφού έχουν λάβει πακέτα διάσωσης από εταίρους τους στην ΕΕ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που τους μετέτρεψε σε παρίες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Το ίδιο ισχύει για την Ιρλανδία - η οποία, όμως, σιγά-σιγά ανακάμπτει. Η Κύπρος απέφυγε μια παρόμοια μοίρα στρεφόμενη προς τη Ρωσία τον περασμένο χρόνο για ένα δάνειο ύψους 2,5 δισ. €.
Τώρα το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Ισπανία, σε βαθιά ύφεση και με τις τράπεζες ανήμπορες μέσα στη δίνη της φούσκας των ακινήτων, θα ζητήσει με τη σειρά της έκτακτη βοήθεια.
Η συντηρητική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι είναι κατηγορηματικά αρνητική στο ενδεχόμενο, δηλώνοντας ότι το σχέδιό διάσωσης των τραπεζών που ανέρχεται στα €54 δις. θα αποτρέψει την ανάγκη για οποιαδήποτε χρηματοδότηση/διάσωση της ΕΕ προς χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας.
Ωστόσο, τον Απρίλιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εξέφρασε ανησυχία σχετικά με τα οικονομικά και τη διοίκηση διαφόρων ισπανικών τραπεζών, κυρίως της Bankia, μια ένωση επτά ταμιευτηρίων– που εισήλθε πέρυσι στο χρηματιστήριο.
Γενικότερα, ο χειρισμός της κρίσης θα απαιτήσει θαρραλέα ηγεσία από τη Γερμανία, την πιο πυκνοκατοικημένη και οικονομικά ισχυρή των κρατών-μελών, καθώς και από την ΕΚΤ. Πολλά αναμένονται επίσης και από τη Γαλλία, με τον πρόσφατα εκλεγμένο πρόεδρο, Ολάντ. Η Άνγκελα Μέρκελ και η κυβέρνησή της έχουν επικριθεί έντονα για την αρχική αργή ανταπόκρισή τους στην κρίση χρέους και για την έμφαση στην εθνική δημοσιονομική πειθαρχία και στις διαρθρωτικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις ως τα απαραίτητα εργαλεία για την αντιμετώπισή της.
Μακροπρόθεσμα όμως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς της Γερμανίας στην κρίση μπορεί να αποδειχθεί η εγχώρια συζήτηση τα τελευταία δύο χρόνια σχετικά με το όραμα της χώρας για το μέλλον της Ευρώπης.
Αυτό οδήγησε σε μια συναίνεση ότι η Γερμανία πρέπει να κάνει ό, τι είναι απαραίτητο για να σώσει τη νομισματική ένωση, αλλά και ότι η βαθύτερη πολιτική ένωση αποτελεί επιθυμητό στόχο.
Το κόμμα της κα Μέρκελ, το CDU, εξέφρασε αυτή την ιδέα τον περασμένο Νοέμβριο, υιοθετώντας ένα ψήφισμα που ζητούσε την άμεση εκλογή του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ένα νομοθετικό σύστημα δύο σωμάτων, κατά το οποίο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα εκπροσωπεί τους ψηφοφόρους και το Συμβούλιο των Υπουργών θα μιλάει εκ μέρους των κρατών μελών.
Η ιστορία της ευρωπαϊκής κοινής πορείας δείχνει ότι το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση μιας ομάδας ηγετικών χωρών που θα καθορίσουν το ρυθμό, δίνοντας την ευκαιρίας και σε άλλες χώρες να ακολουθήσουν.
Η ΕΕ έχει προ πολλού εγκαταλείψει την ιδέα ότι όλα τα μέλη θα πρέπει να προχωρήσουν με την ίδια ταχύτητα προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης.
Σε κάθε περίπτωση, απόλυτη προτεραιότητα παραμένει η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Ακόμα και τα πιο φιλόδοξα σχέδια για το μέλλον της Ευρώπης θα αποδειχθούν άνευ σημασίας εάν η κρίση προκαλέσει ανεπανόρθωτες βλάβες στην Ένωση.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ Α>
7-5--2012
: Η μεγάλη ζαριά των Ελλήνων…
...!
Από τον Αθήνα 9,84:
Λαός στραβός δεν υπάρχει. Εκλογικό σώμα που σφάλει δεν υπάρχει, ακόμη και εάν εκβιάζεται, εμπαίζεται ή καθίσταται παράγων κατάφορης παραπληροφόρησης. Αυτά ισχύουν στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες και όσοι συμμετέχουν στις διαδικασίες τους και δεν τα σέβονται είναι καραγκιόζηδες, αν όχι άθλιοι. Ο ελληνικός λαός σε αυτές τις εκλογές έριξε μια μεγάλη ζαριά, την οποία θα προσεγγίσω τηλεγραφικά και με κάθε επιφύλαξη, καθώς το σημείωμα αυτό συντάσσεται πολύ νωρίς, έχοντας υπόψιν μια πολύ γενική εικόνα των αποτελεσμάτων.
Το πελατειακό κράτος δέχεται ένα αντίστοιχα ισχυρό ράπισμα με εκείνο προς την στρατηγική της τρόικας, την οποία υπηρέτησε ο δικομματισμός και οι νεοφιλελεύθερες παραφυάδες του. Οι δυνάμεις αυτές δεν αντλούν ισχύ από το εκλογικό αποτέλεσμα για να συνεχίσουν να εξυπηρετούν την δανειακή σύμβαση και τις γενικότερες δεσμεύσεις που ανέλαβαν ενώπιον της ΕΕ και του ΔΝΤ.
Πολιτική νομιμοποίηση δεν μπορεί να αντλήσει οποιοσδήποτε κυβερνητικός συνασπισμός στηριχθεί στην επιδότηση του εκλογικού νόμου. Από μόνη της η επιδότηση αυτή στο πρώτο κόμμα αποτελεί προσβολή στην αναλογικότητα της ψήφου, πόσο μάλλον αν αυτή η νόθευση της λαϊκής βούλησης καταστεί ο κρίσιμος παράγων θέσπισης/στήριξης μίας κυβέρνησης συνεργασίας. Προφανώς σε μία τέτοια περίπτωση καταστρατηγείται το πνεύμα ακόμη και αυτού του «καλπονοθευτή» συντακτικού νομοθέτη. Είναι προφανές ότι εάν δεν δομηθούν ευρύτερες συνεργασίες/συμπράξεις, για τις οποίες θα μπορούμε να μιλήσουμε μετά τα τελικά αποτελέσματα, οποιαδήποτε απόπειρα σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού που δεν θα αντλεί γνήσια πολιτική νομιμοποίηση από την ψήφο του ελληνικού λαού, θα αποτελεί σαφή προσβολή του πολιτεύματος της χώρας.
Η μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει περισσότερο την διάθεση ενός σημαντικού μέρους της προοδευτικής κοινωνίας να βαδίσει η χώρα σε ένα σύγχρονο μονοπάτι εκδημοκρατισμού και πολιτικής χειραφέτησης, στο πλαίσιο των αρχών της νέας αριστεράς, που δημιουργείται αυτή την περίοδο σε ολόκληρη την Ευρώπη για να αντιμετωπίσει τις μεταβιομηχανικές προκλήσεις του 21ου αιώνα με κριτήρια βιοοικονομικά και σοσιαλιστικά. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι αυτός ο μεγάλος αριθμός προοδευτικών πολιτών που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ , έδωσε μία δοκιμαστική, κριτική ψήφο. Είναι μία ψήφος που ενθαρρύνει την πολιτική αλλαγή στην χώρα μας με κατεύθυνση την εμπέδωση μιας εναλλακτικής ηγεμονίας, η οποία θα απαιτήσει μία εντελώς νέα στρατηγική από ολόκληρη την αριστερά και τον προοδευτικό κόσμο. Είναι ένα τεράστιο βάρος σε πλάτες που πρέπει να δείξουν αντανακλαστικά ευθύνης, μεγάλης σοβαρότητας και πολιτικής εφευρετικότητας, ώστε να καταστούν ο πυρήνας μιας προοδευτικής μόχλευσης του πολιτικού μας συστήματος. Είναι μια καλή βάση για διάλυση του κράτους πατρωνίας και εμπέδωση μιας συνεκτικής πολιτικής πρακτικής, που θα προστατεύσει τον ελληνικό λαό από τις συνέπειες, όχι μόνον της χρεοκοπίας που δρομολόγησαν οι διαπλεκόμενοι, αλλά και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Από δω και πέρα κάθε κίνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την τύχη της χώρας.
Συγχαρητήρια αξίζουν όσοι εργαζόμενοι επέμειναν στην στήριξη του ΚΚΕ. Όπως μου δόθηκε η ευκαιρία να σημειώσω προεκλογικά, ο ελληνικός λαός μόνον όφελος μπορεί να έχει από ένα δυνατό ΚΚΕ. Οι ψηφοφόροι του κόμματος αξίζουν συγχαρητήρια, καθώς, όπως φαίνεται, αγνόησαν – και καλά έκαναν – την σταλινίζουσα ρητορική της ηγεσίας του κόμματος, που εμφανίστηκε εντελώς ανίκανη να αντιληφθεί την διάσταση της κρίσης στην Ελλάδα και την πρόκληση για ένα κόμμα που ασφαλώς αναφέρεται σε έναν χώρο σημαντικά ευρύτερο εκείνου που καλύπτουν ως ιδεολογία και πρακτική οι συγκεκριμένοι κομμουνιστές οι οποίοι στελεχώνουν το κόμμα. Είναι καιρός τα ηγετικά κλιμάκια του ΚΚΕ να ασκήσουν αυστηρή κριτική στον αυτισμό που τους διακατέχει, να εστιάσουν αδογμάτιστα στο συμφέρον των Ελλήνων εργαζομένων και ανέργων και να συμβάλουν στην διαμόρφωση των συνθηκών για την εμπέδωση μιας μεταβατικής κυβέρνησης των αριστερών, που θα οδηγήσει την χώρα, δίχως τραγωδίες, στον αναπροσδιορισμό του παραγωγικού μοντέλου της, της διοίκησης και των θεσμών με δημοκρατικά, αντιμονοπωλιακά κριτήρια, δίχως ούτε στιγμή να νοθεύσουν τον αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό τους. Όλα αυτά ίσως να μην τα όριζε κανείς ως δεξιά στροφή του ΚΚΕ, αν κοιτούσε μπροστά τις προκλήσεις του 21ου αιώνα και όχι τις προκλήσεις των αρχών της ώριμης βιομηχανικής επανάστασης.
Για την Δημοκρατική Αριστερά του Φώτη Κουβέλη επίσης τα ποσοστά θα μπορούσαν να θεωρηθούν σχετικά επιτυχή. Το κόμμα τα «θαλάσσωσε» προεκλογικά σε αρκετές περιπτώσεις, δίχως να μπορέσει να δείξει ένα σαφές σοσιαλδημοκρατικό ύφος και διακυβερνητικό σφρίγος, που θα ήταν απαραίτητο για ένα ανάλογο κομματικό εγχείρημα στον αριστερό χώρο της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας. Η είσοδος αυτού του κόμματος στην βουλή με αξιοπρεπή ποσοστά, όπως φαίνεται, είναι μια πρόκληση περισσότερο για εκσυγχρονισμό της βαριά τραυματισμένης σοσιαλδημοκρατίας και θεραπεία των πληγών της, παρά για γενικότερο εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος που θεωρείται αναγκαίος. Τα πρόσωπα που θα εκλεγούν για το νέο κοινοβούλιο με τα χρώματα αυτού του κόμματος, θα αποτελέσουν κρίσιμο μέγεθος τόσο για την εξέλιξή του όσο και για την στάση του την επόμενη δραματική, όπως φαίνεται, περίοδο.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ Α>
4-4--2012
: "Ξεγυμνώθηκε" η τουρκική πολιτική σε Ίμβρο, Τένεδο
...!
Ακόμη και σήμερα, τα θέματα που αφορούν την Ίμβρο και την Τένεδο θεωρούνται από τις τουρκικές αρχές κρατικά μυστικά. Ακόμη και σήμερα, που η τουρκική κυβέρνηση προβάλλει την πολιτική των υποτιθέμενων "μηδενικών προβλημάτων" με τις γειτονικές χώρες, η Άγκυρα απαγορεύει σε μη μουσουλμάνους Τούρκους να αγοράζουν ή ακόμη και να ενοικιάζουν ακίνητα στα δύο νησιά που απέκτησε από την Ελλάδα με τη συνθήκη της Λωζάννης.
Κι ενώ παγίως διεκδικούν αμοιβαιότητα μεταξύ των δικαιωμάτων που απολαμβάνουν τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης και της φυλορροούσας ελληνικής κοινότητας στην Τουρκία, αδιαφορούν για το γεγονός ότι οι Έλληνες της Τουρκίας δεν μπορούν να κάνουν αγορές στην Ίμβρο και στην Τένεδο ενώ δεν υπάρχε κανένα αντίστοιχο πρόβλημα για τους μουσουλμάνους της Θράκης...
Και εντελώς προσχηματικά, για να δικαιολογήσουν τις διακρίσεις σε βάρος ορθοδόξων Τούρκων πολιτών τα μέλη της τουρκικής κυβέρνησης επικαλούνται τις δήθεν "άδικες συμπεριφορές" της ελληνικής πολιτείας έναντι της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης...
Σε δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας "Taraf" με τίτλο «Για τις ιδιοκτησίες στην Ίμβρο ερωτάται το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας» αναφέρεται ότι ο δικηγόρος Ερχάν Πεκτσέ, ο οποίος διερευνά τα αίτια των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι ορθόδοξοι Τούρκοι πολίτες που ζουν στην Ίμβρο όταν αγοράζουν ακίνητα, ενώ τέτοια προβλήματα δεν αντιμετωπίζουν οι μουσουλμάνοι, προσέκρουσε σε «κρατικό μυστικό» και στη συνέχεια προσέφυγε στο κτηματολόγιο της Ίμβρου για περισσότερες πληροφορίες διερευνώντας γιατί για τους ορθόδοξους υπάρχει αυτό το πρόβλημα.
Όμως, όπως γράφεi η εφημερίδα, το αίτημα του απορρίφθηκε διότι τα αίτια θεωρούνται «κρατικό μυστικό».
Προσπαθώντας να βρει άκρη, ο δικηγόρος Πεκτσέ έφερε την υπόθεση στο Διοικητικό Δικαστήριο της Προύσας, το οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αίτημά του δεν αντιτίθεται στην εθνική ασφάλεια και αποφάσισε ότι μπορούν να δοθούν οι σχετικές πληροφορίες.
Έτσι, η Διεύθυνση Κτηματολογίου έστειλε το φάκελο στο Συμβούλιο Επικρατείας και στην εισήγηση του αναφέρθηκαν τα εξής: "Η Ίμβρος και η Τένεδος βρίσκονται σε μια άκρως σημαντική θέση τόσο από στρατιωτικής όσο και στρατηγικής πλευράς. Οι κινήσεις πληθυσμού και ακινήτων σε αυτά τα νησιά, που είναι πολύ σημαντικά για τα στενά των Δαρδανελίων και της Κωνσταντινούπολης, αποτελούν σημαντικό θέμα για την ασφάλεια της χώρας μας.
Λαμβανομένων υπόψη των άδικων συμπεριφορών έναντι των «Τούρκων» της Δ. Θράκης, θα πρέπει να παίρνονται αποφάσεις αφού πρώτα αξιολογούνται οι ειλημμένες αποφάσεις του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και τα πρωτόκολλα από διάφορα υπουργεία και στρατιωτικούς εκπροσώπους και εκπροσώπους ασφαλείας. Πέραν τούτου, η Ίμβρος και η Τένεδος έχουν κηρυχθεί με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου απαγορευμένη στρατιωτική περιοχή και περιοχή ασφαλείας και αποφασίστηκε ακόμα ξένα φυσικά πρόσωπα να μην ενοικιάζουν ή αγοράζουν ακίνητα εκεί. Γι' αυτούς τους λόγους θα πρέπει να καταργηθεί η απόφαση για την οποία έγινε θέμα άσκησης έφεσης".
Σύμφωνα με όσα δημοσιεύθηκαν στην "Taraf", ο δικηγόρος Πεκτσέ εξεπλάγη με την δικαιολογία αυτή και είπε: «Η Τουρκική Δημοκρατία εκλαμβάνει ως ξένους τους ορθόδοξους πολίτες της και κάνει διακρίσεις σε βάρος τους. Εδώ και χρόνια απαλλοτριώθηκαν για διάφορους λόγους όλα τα χωράφια και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε ποσοστό 95%. Όμως αργότερα και πέραν του σκοπού της απαλλοτρίωσης τα εδάφη αυτά παραχωρήθηκαν στο μουσουλμανικό τουρκικό πληθυσμό που μεταφέρθηκε από την Ανατολία βάσει του νόμου εγκατάστασης".
Με την εν λόγω δίκη, σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο Τούρκος δικηγόρος, αποκαλύφθηκαν οι απόψεις του κράτους για τους Ρωμιούς πολίτες...
Η εφαρμογή αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητας του συντάγματος, γεγονός το οποίο ο κ. Πεκτσέ επιχείρησε να αναδείξει ενώπιον των μελών της Επιτροπής Διερεύνησης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της τουρκικής Βουλής, χωρίς αποτέλεσμα...
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ Α>
4-4--2012
: Φωτοβολταϊκά: μείωση 50% στις ταρίφες ζητούν οι Γερμανοί για το Πρόγραμμα «Ήλιος»
...!
Μείωση των τιμών στα φωτοβολταϊκά έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί το πρόγραμμα «Ήλιος» ζήτησε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος, Προστασίας της Φύσης και Πυρηνικής Ασφάλειας της Γερμανίας, Γιούργκεν Μπέκερ κατά την ομιλία του στη χθεσινή ημερίδα του ΥΠΕΚΑ για τις ΑΠΕ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με δημοσίευμα της ιστοσελίδας energypress.gr, ο κ. Μπέκερ ανέφερε ότι οι ταρίφες των φωτοβολταϊκών είναι πολύ υψηλές στην Ελλάδα και πρέπει να μειωθούν στα επίπεδα της Γερμανίας, δηλαδή κατά 50% κάτω, για να πραγματοποιηθεί το πρόγραμμα «Ήλιος», ενώ παράλληλα εξήγησε ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους: «Δεν μπορούμε να μελετήσουμε εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ παρά μόνο ως χρήσιμο συμπλήρωμα στην επέκταση του δικού μας δυναμικού από ανανεώσιμες πηγές».
«Εάν αγοράσουμε στις ελληνικές τιμές τότε το κόστος για τους Γερμανούς καταναλωτές θα εκτιναχθεί», δήλωσε ο Γερμανός αξιωματούχος, προσθέτοντας: «Βλέπουμε το Ήλιος σαν έναν τρόπο να βοήθησουμε στην οικονομική ανόρθωση της Ελλάδας.
Από την άλλη πλευρά, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το ενδεχόμενο μείωσης των τιμών αγοράς της «πράσινης» ενέργειας, ο υπουργός ΠΕΚΑ, Γ. Παπακωνσταντίνου, τόνισε σε δηλώσεις του μετά από συνάντηση με τον επίτροπο Ενέργειας της ΕΕ Γκίντερ Έτινγκερ ότι έχει ήδη γίνει μείωση στις τιμές για τα φωτοβολταϊκά και ότι για τις άλλες τεχνολογίες δεν προβλέπεται σε αυτή τη φάση αλλαγή του πλαισίου
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ Α>
2-4--2012
: Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΕ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ
...!
Αφ’ ότου, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκαινιάσθηκε το κοινοτικό εγχείρημα, δεν έλειψαν οι φωνές, κυρίως πέραν της Μάγχης και του Ατλαντικού, που προδίκασαν το ναυάγιό του. Εν τούτοις, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η Κοινοτική Ευρώπη συνεχίζει την πορεία της, συνεισφέρουσα μεγάλως στην ειρήνη και ευημερία της ηπείρου μας – πλην όμως συγκροτημένη κατά τρόπο πολύ απέχοντα από τα οράματα των ιδεολογικών και πολιτικών πατέρων της. Και αντιμέτωπη με μια ακόμη υπαρξιακή πρόκληση.[i]
***
Ο αρχικός ομοσπονδιακός στόχος έχει πλέον κατ’ ουσίαν εγκαταλειφθεί. Τουλάχιστον στο ορατό μέλλον, η ΕΕ δεν πρόκειται να μετεξελιχθεί σε «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» κατά το βορειοαμερικανικό πρότυπο. Ενώ η προωθημένη και εν πολλοίς πρωτόγνωρη διακρατική συνεργασία που αναπτύσσουν οι εταίροι παρουσιάζει μεγάλες ανισότητες μεταξύ τομέων δραστηριότητας, τόσο ως προς τις καταβαλλόμενες προσπάθειες, όσο και ως προς τα επιτεύγματα.
Είκοσι χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ και εις πείσμα των ελπίδων που γέννησε η σύσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η στρατιωτική Ευρώπη παραμένει στα σπάργανα. Η άμυνα και ασφάλεια του ευρωκοινοτικού χώρου εξακολουθούν να διασφαλίζονται από την αμερικανική υπερδύναμη και τη νατοϊκή προέκτασή της, με το στρατιωτικό δυναμικό των Ευρωπαίων εταίρων συνεχώς να συρρικνώνεται, και τους μόνους στρατιωτικώς αξιόλογως μεταξύ τους – το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία – [ii] να διαθέτουν κατά βάση τις δυνάμεις τους, είτε στο νατοϊκό, είτε σε στενά εθνικό πλαίσιο. Και με τη στρατιωτική αυτή εξάρτηση από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να επιβεβαιώνεται άπαξ έτι εξ αφορμής της λιβυκής κρίσης. [iii]
Στον διεθνοπολιτικό τομέα η συλλογική κοινοτική παρουσία είναι ουσιαστικότερη. Βέβαια, θεσμικώς τα κράτη-μέλη διατηρούν σχεδόν πλήρη ελευθερία ενεργείας – περί ενιαίας εξωτερικής πολιτικής ουδείς λόγος. Παρά ταύτα όμως, κατορθώνουν αρκετά συχνά να διαμορφώνουν έναν ελάχιστο κοινό παρανομαστή, ο οποίος, χωρίς ασφαλώς να τους προσφέρει διεθνή επιρροή αντίστοιχη προς το συνολικό τους εκτόπισμα, συνιστά ωστόσο, έναν όχι αμελητέο παράγοντα στα παγκόσμια δρώμενα. Ως μοναδικός ανά την υφήλιο πολυεθνικός χώρος γεωπολιτικής σταθερότητας, ισότιμης συνεργασίας, και έμπρακτου σεβασμού των ανθρωπιστικών αξιών, και χάρις, συγχρόνως, και στην οικονομική της επιφάνεια, η ΕΕ διαθέτει σημαντικά αποθέματα «ήπιας ισχύος», τα οποία της επιτρέπουν: Να συναλλάσσεται από θέση ισοτιμίας με μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις όπως η Ρωσία, η Κίνα, ή η Ινδία. Να συμβάλλει – έστω και με περιορισμένη αποτελεσματικότητα – στην αντιμετώπιση κρίσεων από τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία έως την Μέση Ανατολή και την Αφρική. Και να επιδρά εποικοδομητικά, αν και με λίαν άνισα αποτελέσματα, στον στενότερο γεωπολιτικό της περίγυρο – όπως δείχνουν, μεταξύ άλλων, η προώθηση της ενταξιακής υποψηφιότητας της Σερβίας σε συνδυασμό με τον έλεγχο των αντιπαραθέσεων στο Κόσοβο και οι, ομολογουμένως πολύ λιγότερο αποδοτικές μέχρι στιγμής, κοινοτικές πρωτοβουλίες υπέρ της δημοκρατικής ομαλότητας στην Λευκορωσία και στην Ουκρανία και για τη συνεργασία στον μεσογειακό χώρο.[iv]
Ευθύς εξ αρχής, όμως, προνομιακός χώρος για την προώθηση του κοινοτικού πειράματος υπήρξε η οικονομία. Και όχι τυχαίως. Η θυσία κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι γενικώς λιγότερο αποδεκτή στους τομείς της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής από ό,τι στον οικονομικό. Διό και στον τελευταίο αυτόν σημειώθηκαν τα πλέον ρηξικέλευθα θεσμικά κοινοτικά επιτεύγματα: στη δεκαετία του ’50 η ΕΚΑΧ και η ΕΟΚ, και το 1999 η Ευρωζώνη.
***
Η υιοθέτηση, ειδικότερα, του ευρώ ήταν και παραμένει ένα ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο στοίχημα, η έκβαση του οποίου θα σφραγίσει και το όλο ευρωενωσιακό εγχείρημα.[v] Όπως είχαν εγκαίρως προειδοποιήσει πολλοί αναλυτές, η μακροημέρευση του κοινού νομίσματος προϋποθέτει ποιοτικό άλμα στον βαθμό δημοσιονομικής και οικονομικής εναρμόνισης και άρα και εκχώρησης εθνικών αρμοδιοτήτων σε κοινοτικά όργανα. Το διαγνωστικό δε αυτό επιβεβαιώνεται πανηγυρικά εξ αφορμής της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης – η οποία όμως έφερε συγχρόνως στην επιφάνεια εγγενείς ευρωπαϊκές αντιφάσεις δυσχεραίνουσες την επίτευξη της αναγκαίας κοινοτικής αλληλεγγύης. Και ειδικότερα: Τις άνισες επιδόσεις Βορρά-Νότου. Τις μεταλλασσόμενες ισορροπίες στον γαλλο-γερμανικό άξονα. Και τον ιδιάζοντα και πάντοτε προβληματίζοντα ρόλο των Βρετανών.
Εν πρώτοις, η κρίση προέβαλε τις τεράστιες ανισότητες παραγωγικότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας στους κόλπους της Ευρωζώνης. Για την αντιμετώπιση των οποίων ο Γάλλος πρόεδρος πρότεινε και η Γερμανίδα καγκελάριος, μετά τις αρχικές επιφυλάξεις της, συμφώνησε, να διαμορφωθεί μια «οικονομική διακυβέρνηση». Ήτοι, στην πράξη, τη συγκρότηση, με εμπλοκή, τόσο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενός μηχανισμού για τη στήριξη των ασθενέστερων εταίρων από τους ευρωστότερους, αλλά και για την επιτήρηση της εφαρμογής ενός μίνιμουμ κοινών κανόνων δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής από το σύνολο των μελών της Ευρωζώνης – δηλαδή τη δημιουργία ενός είδους εμβρυώδους ευρωπαϊκού κυβερνητικού κέντρου. Με το Παρίσι να δίνει έμφαση στην αλληλεγγύη, αλλά με το Βερολίνο να τονίζει τον έλεγχο – ευεξηγήτως δε, καθότι καλείται να αποβεί ο κύριος χρηματοδότης του όλου εγχειρήματος.
Κατά δεύτερο λόγο, εξ αφορμής της κρίσης καταφάνηκε η μετατόπιση του κέντρου βάρους του γαλλογερμανικού άξονα από την Γαλλία στη Γερμανία – μια Γερμανία απαλλαγμένη πλέον από τις δουλείες που της επέβαλλαν η διαίρεσή της και ο πόθος της επανένωσης και από το άγχος της σοβιετικής απειλής, αλλά και από τις χιτλερικές της ενοχές. Βέβαια, και μετά την καθοριστικές αυτές μεταβολές στο γερμανικό γεωπολιτικό και ψυχολογικό τοπίο, οι Γάλλοι ηγέτες, του κ. Σαρκοζί συμπεριλαμβανομένου, επεχείρησαν να διατηρήσουν σε κάποιο βαθμό την πρωτοκαθεδρία της οποίας η χώρα τους, από την εποχή του ντε Γκολ, απήλαυε έναντι της Γερμανίας. Υπό την αμείλικτη όμως πίεση της κρίσης, η αντιστροφή ρόλων μεταξύ των δύο πόλων του κεντρικού ευρωπαϊκού άξονα κατέστη πλέον ή εμφανής. Στο τιμόνι βρίσκονται πλέον οι Γερμανοί – με τη σιωπηρή συγκατάθεση του Παρισιού. Πρόκειται για την πολιτική αντανάκλαση ενός νέου συσχετισμού ισχύος, στον οποίο οι Γάλλοι είναι αναγκασμένοι να προσαρμοσθούν, ασχέτως κομματικής ή ιδεολογικής ταυτότητας της ηγεσίας τους. Το πιθανότερο δε είναι ότι, σε περίπτωση εκλογικής του επικράτησης κατά τις επί θύραις γαλλικές προεδρικές εκλογές, ο σοσιαλιστής κ. Ολάντ, παρά τις προεκλογικές διακηρύξεις του περί του αντιθέτου, θα αναγκασθεί και αυτός να συμβιβασθεί με την νέα αυτή πραγματικότητα. (Επί παραδείγματι, η κεκηρυγμένη πρόθεσή του να επαναδιαπραγματευθεί τη Συνθήκη της 2ας Μαρτίου, περί ης κατωτέρω, θα προσκρούσει ασφαλώς σε δυσυπέρβλητα εμπόδια.) [vi]
Η κρίση, τέλος, επανέφερε στο προσκήνιο την επαμφοτερίζουσα έναντι της Ευρωζώνης στάση των Βρετανών – ενδεικτική και της γενικότερης αμφιθυμίας τους έναντι του όλου ευρωενωσιακού εγχειρήματος. Με το Λονδίνο, αφ’ ενός μεν, να αρνείται κατηγορηματικότερα παρά ποτέ να υιοθετήσει το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, αφ’ ετέρου όμως, να διεκδικεί αποφασιστικό λόγο στην διαχείριση της κοινοτικής χρηματοπιστωτικής και οικονομικής πολιτικής – με διαφανή επιδίωξη η ΕΕ να τραπεί προς την κατεύθυνση μιας κλασικής ζώνης ελεύθερων συναλλαγών και συνακόλουθα να αποτραπεί οριστικά τυχόν ομοσπονδιάζουσα μετεξέλιξή της, ασύμβατη με την πάγια βρετανική αντίθεση σε ευρωπαϊκούς ηπειρωτικούς συνασπισμούς.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ Α>
2-4--2012
: Ακούγοντας τους Μέρκελ, Σόιμπλε και Τόμσεν
...!
Tου Σταύρου Λυγερού
Μέχρι πρότινος, η Μέρκελ, ο Σόιμπλε και οι άλλοι του ευρωιερατείου καλλιεργούσαν με τις δηλώσεις τους την εντύπωση ότι η Ελλάδα βρίσκεται ένα βήμα πριν εκδιωχθεί από την Ευρωζώνη. Οι εγχώριοι υποστηρικτές του Μνημονίου, μάλιστα, εκμεταλλεύονταν το καλλιεργούμενο κλίμα επικείμενης αποπομπής για να εκβιάσουν την κοινωνία να ανεχθεί μια πολιτική η οποία παράγει ολοένα και περισσότερα οικονομικά και κοινωνικά ερείπια.
Τώρα που οι υπογραφές έχουν μπει και οι ψηφοφορίες έχουν ολοκληρωθεί, όπως ακριβώς επεδίωκαν η τρόικα και η κυβέρνηση Παπαδήμου, τώρα που η Ελλάδα έχει για τα καλά δεσμευθεί στον δρόμο της νέας δανειακής σύμβασης και του νέου Μνημονίου, η ρητορική του ευρωιερατείου άλλαξε. Η Μέρκελ και ο Σόιμπλε δηλώνουν ότι η εκδίωξη της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα ήταν καταστροφική για το ευρώ κι ότι ουσιαστικά δεν ετέθη ποτέ τέτοιο ζήτημα.
Πότε έλεγαν την αλήθεια; Ο καθένας διαλέγει ό, τι βολεύει το ιδεολόγημά του, αλλά είναι λογικό να θεωρήσουμε ότι οι δηλώσεις που αντανακλούν την πραγματικότητα είναι οι τωρινές. Οι λόγοι είναι δύο:
Πρώτον, επειδή πριν από τις κρίσιμες ψηφοφορίες στην ελληνική Βουλή, το ευρωιερατείο είχε πολιτική σκοπιμότητα. Με τις δηλώσεις-απειλές για αποπομπή της Ελλάδας διευκόλυνε την κυβέρνηση Παπαδήμου, προσδίδοντας αξιοπιστία στην προπαγανδιστική εκστρατεία των εγχώριων «μνημονιακών» δυνάμεων ότι η ψήφιση και η εφαρμογή του νέου πακέτου είναι ο μόνος τρόπος για να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη.
Δεύτερον, επειδή -όπως επιμόνως υποστηρίζουμε σ’ αυτές τις στήλες από τις αρχές του 2010- η ελληνική κρίση είναι συστημικός κίνδυνος για την Ευρωζώνη. Μεγαλύτερος τότε, αλλά και τώρα ικανός να προκαλέσει όχι μόνο τεράστιο κόστος, αλλά και μεγάλο ρήγμα στην Ευρωζώνη. Η Ελλάδα είναι συστημικός κίνδυνος όχι λόγω του χρέους της (τώρα πια η μερίδα του λέοντος είναι προς τις χώρες-μέλη και προς το ΔΝΤ), αλλά επειδή μια στάση πληρωμών θα προκαλούσε ένα καταστροφικό ντόμινο που θα συμπαρέσυρε τους άλλους αδύναμους κρίκους. Μπορεί το ευρωιερατείο να δηλώνει ότι η Ελλάδα είναι μοναδική περίπτωση, αλλά οι Αγορές θα προεξοφλούσαν πολύ περισσότερο απ’ όσο τώρα το αντίθετο, ότι η Ελλάδα είναι η αρχή. Αυτό θα είχε ως συνέπεια μια εκτόξευση των επιτοκίων δανεισμού χωρών όπως η Ισπανία, η Ιταλία και το Βέλγιο. Τα δόντια των Αγορών θα ένιωθε ακόμα και η Γαλλία.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι συστημικός κίνδυνος για την Ευρωζώνη δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι μπορούσε να συνεχίσει το πάρτι του ελλείμματος. Μπορούσε, όμως, να διαπραγματευθεί ένα αξιόπιστο εθνικό σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης και αξιοποίησης των πολλών λιμναζουσών αναπτυξιακών δυνατοτήτων. Οι κυβερνώντες, όμως, αποδείχθηκαν ανίκανοι να επεξεργασθούν ένα τέτοιο σχέδιο. Προτίμησαν να υιοθετήσουν την πολιτική που ήρθε ντελίβερι από την τρόικα. Οσοι έχουν ακόμα αμφιβολία, ας δουν τις δηλώσεις Τόμσεν στο Ευρωκοινοβούλιο. Επιβεβαίωσε αυτό που ήταν προφανές: οι κυβερνώντες όχι μόνο δεν διαπραγματεύθηκαν, αλλά κι αποδέχθηκαν με ανοιχτές αγκάλες το Μνημόνιο