|
![]() |
Welcome in Hellas
|
![]() |
|---|

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Θηραματικά είδη Τα είδη του γένους Lepus απαντώνται σε όλο τον κόσμο. Η
θηραματική τους αξία για τον άνθρωπο είναι μεγάλη. Πολλές ανθρώπινες φυλές, από
τους Εσκιμώους μέχρι τους Βουσμάνους, έχουν αναπτύξει παραδοσιακές τεχνικές
σύλληψης των λαγών. Πολλές φορές μάλιστα τα είδη αυτά αποτελούν αναπόσπαστο
κομμάτι της λαογραφικής τους παράδοσης. Οι σχέσεις του ανθρώπου με τα είδη του
γένους Lepus ξεκινούν από τα αρχαία χρόνια. Διακοσμητικές απεικονίσεις σε
πορσελάνινα αντικείμενα και τοιχογραφίες που αναφέρονται στο κυνήγι του λαγού
ανακαλύφθηκαν στην Ελλάδα, στην Περσία και στην Κίνα και χρονολογούνται από το
4.000 π.Χ.. Στην Αρχαία Ελλάδα αναφορές για το λαγό υπάρχουν στον Όμηρο, αλλά
και τον Ξενοφώντα ο οποίος αναφέρει «ο λαγός συχνά περιπλανιέται εδώ και εκεί,
παρουσιάζεται ιδιαίτερα προσεκτικός στην εκλογή της θέσεως που θα εγκατασταθεί,
είναι συνηθισμένος να συμπεριφέρεται συνεχώς με επιδεξιότητα και πανουργία …
ωσάν να είναι πάντοτε καταδιωκόμενος». Περιγράφει επίσης, τον τρόπο με τον οποίο
πραγματοποιούταν το κυνήγι του λαγού με χρήση ειδικών σκυλιών και διχτύων. Η θηραματική αξία της
ορεινής πέρδικας (Alectoris graeca) είναι ιδιαίτερα μεγάλη καθώς
αποτελεί αγαπημένο θήραμα πολλών κυνηγών. Μαζί με τον Ευρωπαϊκό λαγό (Lepus europaeus) αποτελούν τα δύο σπουδαιότερα
θηραματικά είδη στην Ελλάδα και έχουν εμπνεύσει πολλούς ποιητές, λογοτέχνες και
ζωγράφους. Αρκετές αναφορές υπάρχουν επίσης και στα δημοτικά τραγούδια, ενώ
πολλές είναι οι χαρακτηριστικές φράσεις που χρησιμοποιούνται στην Ελληνική
γλώσσα σε καθημερινή βάση εμπνευσμένες από τη συμπεριφορά και τον τρόπο
διαβίωσης των δύο αυτών ειδών. Στην Ευρώπη ο λαγός και η
ορεινή πέρδικα αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα μικρού μεγέθους θηραματικά
είδη. Όμως από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα έχει σημειωθεί δραματική μείωση
του μεγέθους των πληθυσμών τους σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες. Αντίθετα, σε άλλες
χώρες όπου ο λαγός εισήχθη ως ξενικό είδος (π.χ. Νέα Ζηλανδία, Αργεντινή,
Καναδάς) εγκαταστάθηκε με επιτυχία και οι πληθυσμοί του αυξάνονται συνεχώς. 2. Βιότοποι λαγού και
ορεινής πέρδικας Τα λιβάδια είναι βιότοποι
του λαγού και της ορεινής πέρδικας. Τα δύο αυτά είδη συμβάλλουν στη λειτουργία
των λιβαδικών οικοσυστημάτων δεδομένου ότι θεωρούνται είδη ‘κλειδιά’ της
τροφικής αλυσίδας, συγχρόνως όμως συμμετέχουν σε διάφορες οικολογικές
διεργασίες, όπως της αναπαραγωγής και εξάπλωσης των φυτικών ειδών με τη
μεταφορά των σπόρων τους. Έχει αναφερθεί ότι οι λαγοί σε μεγάλα πληθυσμιακά
μεγέθη μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές μεταβολές στη φυτοκοινότητα μιας
περιοχής επηρεάζοντας τη βοσκοϊκανότητά της, δηλαδή τον ανώτατο αριθμό
αγροτικών ζώων που μπορούν να βοσκήσουν σε μία περιοχή χωρίς να μειωθεί το
παραγωγικό δυναμικό της. Οι λιβαδικές εκτάσεις
καταλαμβάνουν περίπου το 41% της επιφάνειας των χερσαίων οικοσυστημάτων της
χώρας μας και έχουν ιδιαίτερη αξία για τον άνθρωπο παρέχοντας ποικιλία υλικών,
πνευματικών και ψυχικών αγαθών. Πρόκειται για εκτάσεις οι οποίες στην
πλειονότητά τους δεν είναι κατάλληλες για γεωργική εκμετάλλευση και
χρησιμοποιούνται κυρίως ως βοσκότοποι αγροτικών ζώων, αλλά και ως ενδιαιτήματα
πολλών ειδών της άγριας πανίδας. Δυστυχώς, στη χώρα μας οι εκτάσεις αυτές έχουν
υποβαθμιστεί εξαιτίας κυρίως της μακροχρόνιας υπερβόσκησής τους. Η εφαρμογή
διαχειριστικών μέτρων που εξασφαλίζουν την κανονική βόσκηση των λιβαδικών
εκτάσεων θα συμβάλλει στην ανόρθωσή τους και στη διατήρηση του παραγωγικού τους
δυναμικού προς όφελος του περιβάλλοντος και του ανθρώπου. Από τη δεκαετία του
’60 κυρίως και έπειτα, οι επιστήμονες μελετούν τις επιπτώσεις της βόσκησης των
αγροτικών ζώων στην άγρια πανίδα και συνιστούν ολοκληρωμένη διαχείριση των
λιβαδικών οικοσυστημάτων προς όφελος της κτηνοτροφίας, της άγριας πανίδας και
του περιβάλλοντος. 3. Οικολογία του λαγού
και της ορεινής πέρδικας 3. 1. Λαγός Η μελέτη της οικολογίας
των πληθυσμών του λαγού απαιτεί τη γνώση της δημογραφίας και των γενετικών
χαρακτηριστικών του είδους. Το μέγεθος των πληθυσμών του καθορίζεται από την
επίδραση του αβιοτικού περιβάλλοντος και από τον ανταγωνισμό που δημιουργείται
με συνυπάρχοντες ζωικούς πληθυσμούς στους βιότοπους. Όσον αφορά την επίδραση
του αβιοτικού περιβάλλοντος, έχει βρεθεί ότι οι καιρικές συνθήκες που
επικρατούν την άνοιξη και το καλοκαίρι μπορούν να καθορίσουν το μέγεθος του
πληθυσμού του λαγού γιατί επηρεάζουν το ρυθμό αναπαραγωγής του. Ήπια άνοιξη και
ξηρό καλοκαίρι αναφέρονται ότι ευνοούν τους πληθυσμούς των λαγών. Αντίθετα, αν
επικρατούν δυσμενείς καιρικές συνθήκες η αναπαραγωγική διαδικασία του πληθυσμού
ξεκινά καθυστερημένα, και ο ρυθμός αναπαραγωγής μειώνεται. Οι διακυμάνσεις των
πληθυσμών των λαγών σε 22 επαρχίες της Δανίας από το 1902 έως το 1950
εξηγούνται κατά ένα μέρος από τις καιρικές συνθήκες. Οι πληθυσμοί των λαγών σε
όλη την Ευρώπη παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις. Οι αιτίες που προκαλούν τις
διακυμάνσεις αυτές δεν είναι γνωστές, αλλά η επάρκεια τροφής στους βιότοπους
του λαγού αναφέρεται ως η επικρατέστερη. Η τροφή επηρεάζεται άμεσα από την
επίδραση των οικολογικών παραγόντων του βιότοπου ιδιαίτερα την άνοιξη και το
καλοκαίρι καθώς και από τις αλλαγές στη χρήση γης. Συγκεκριμένα, σε χρονιές με
έντονη ξηρασία τα φυτά με τα οποία τρέφονται οι λαγοί (τριφύλλι, βρώμη κ.α.)
περιέχουν μικρή ποσότητα οιστρογόνων και γοναδοτρόπων ουσιών, με αποτέλεσμα η
αναπαραγωγική ικανότητα τους να είναι μειωμένη και το μέγεθος των πληθυσμών του
να μειώνεται. Η έλλειψη τροφής μπορεί να οδηγήσει επίσης σε ανταγωνισμό μεταξύ
των ατόμων του λαγού για τα τροφικά διαθέσιμα. Οι αυξομειώσεις των πληθυσμών
των λαγών καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την αναπαραγωγική ικανότητά τους και
φυσικά το ποσοστό επιβίωσης των νεαρών λαγών. Σε έτη όπου ο ρυθμός αναπαραγωγής
είναι μικρός και η θνησιμότητα των νεαρών λαγών υψηλή, τότε η πληθυσμιακή
ισορροπία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη έναντι κάθε παράγοντα θνησιμότητας που
αναφέρεται στα ενήλικα άτομα του πληθυσμού. Οι φυσικοί εχθροί του
λαγού και των μικρών του είναι σχεδόν όλα τα αρπακτικά είδη θηλαστικών
(Κυνίδες, Αιλουρίδες, Ικτίδες, κ.α.) και πτηνών (Αετίδες, Ιερακίδες, Γλαυκίδες
κ.ά.). Αν και συνήθως η αρπακτικότητα ως παράγων δεν είναι σε θέση να καθορίσει
τη δυναμική των πληθυσμών του, εντούτοις τα αρπακτικά είδη και ιδίως η αλεπού (Vulpes vulpes) μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες
απώλειες κυρίως στα ανήλικα άτομα του πληθυσμού, σε περιπτώσεις όπου η κύρια
λεία της (τρωκτικά) έχει μειωθεί σημαντικά και η κάλυψη της βλάστησης είναι
ανεπαρκής. Η σημασία των ανοιχτών βιότοπων με βλάστηση χαμηλού ύψους είναι
μεγάλη, επειδή οι λαγοί με τη θέση των οφθαλμών τους μπορούν να εντοπίζουν τους
φυσικούς εχθρούς τους έγκαιρα και να ξεφεύγουν από αυτούς με γρήγορη φυγή. Οι ασθένειες αποτελούν
σημαντικό παράγοντα θνησιμότητας, κυρίως κατά το φθινόπωρο, γιατί αφ’ ενός οι
κλιματικές συνθήκες ευνοούν την εξάπλωση επιδημιών και αφ’ ετέρου οι πληθυσμοί
των λαγών έχουν το μεγαλύτερο μέγεθος σε σχέση με τις άλλες εποχές του έτους. Η
ψευδοφυματίωση, η φυματίωση, η κοκκιδίαση και η αιμορραγική νόσος των
λαγόμορφων (EBHS) είναι οι κυριότερες ασθένειες που μπορούν να πλήξουν τους πληθυσμούς
του λαγού. Η προσβολή από κοκκιδίαση ευνοείται από την αύξηση της υγρασίας του
περιβάλλοντος και του μεγέθους του πληθυσμού του λαγού. Η EBHS προκαλεί επιδημίες σε έτη όπου η
παραγωγή νέων ατόμων είναι αυξημένη. Το κυνήγι όταν ασκείται
ορθολογικά δεν μπορεί να επηρεάσει τη δυναμική των πληθυσμών των λαγών. Έχει
αναφερθεί ότι ακόμα και αν θηρεύεται το 40 – 50 % του πληθυσμού του λαγού το
φθινόπωρο, το μέγεθος του πληθυσμού διατηρείται σταθερό εξαιτίας του υψηλού
ρυθμού αναπαραγωγής του είδους. Σε κυνηγετικές περιοχές όπου τίθεται ανώτατο
όριο ατόμων που επιτρέπεται να θηρευθούν (υπολογισμένο με επιστημονικά
κριτήρια) δεν παρατηρείται μείωση του μεγέθους των πληθυσμών του λαγού. Σε
περιπτώσεις όμως, που δεν μπορεί να γίνει έλεγχος και ασκείται ανεξέλεγκτη και
έντονη λαθροθηρία το μέγεθος του πληθυσμού μειώνεται σημαντικά. ΚΕΦ. 2.
ΒΛΑΣΤΗΣΗ ΤΩΝ ΒΙΟΤΟΠΩΝ 2.1. Περιοχή όρους Ολύμπου Οι βιότοποι που
διακρίθηκαν στην περιοχή μελέτης στο όρος Όλυμπος ανάλογα με τη βλάστηση και
την υψομετρική τους θέση είναι: 1.
Βιότοπος
πρινώνα Στον πίνακα 2 δίνεται η σύνθεση και η κάλυψη της
βλάστησης του βιότοπου. Από τα δεδομένα του πίνακα είναι φανερό ότι το θαμνώδες
είδος Quercus coccifera (πουρνάρι) συμμετείχε με υψηλά ποσοστά (45%) στη
σύνθεση της βλάστησης. Η υψηλή συμμετοχή του πουρναριού στη σύνθεση της
βλάστησης δικαιολογεί τη διάκριση της συγκεκριμένης έκτασης ως βιότοπος
πρινώνα. Στην ουσία πρόκειται για θαμνώδεις εκτάσεις όπου η κυριαρχία του
πρίνου μπορεί να φτάσει κατά θέσεις το 70 %, με μεγάλη σχετικά ποικιλία ποωδών
φυτών που αναπτύσσονται στα μεταξύ των θάμνων διαστήματα. Από τα ποώδη φυτά, τα
είδη Brachypodium pinnatum και Thymus sibthorbii ήταν τα κυρίαρχα λόγω
των υψηλών ποσοστών συμμετοχής τους στη σύνθεση της βλάστησης. Πίνακας 2. Κάλυψη και
σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο του πρινώνα.
Συνέχεια Πίνακα 2
2.
Βιότοπος φτέρης Στον πίνακα 3 δίνεται η σύνθεση και η
κάλυψη της βλάστησης του βιότοπου. Από τα δεδομένα του πίνακα προκύπτει ότι
υψηλή συμμετοχή στη σύνθεση της βλάστησης είχαν τα είδη Festuca olympica,
Thymus moesiacus, Trifolium repens και Pteridium aquilinum. Η
κατανομή κατά θέσεις της φτέρης στο χώρο, στις οποίες συμμετείχε με υψηλά
ποσοστά στη σύνθεση της βλάστησης συμβάλλει στη δημιουργία χώρων προστασίας από
τους άρπαγες. Παρόμοια κατανομή παρατηρήθηκε και στο θαμνώδες είδος Daphne oleoides, το οποίο συμμετείχε στη σύνθεση της
βλάστησης σε μικρότερα ποσοστά. Πίνακας 3.
Κάλυψη και σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο της φτέρης.
3. Βιότοπος των αλπικών ποολίβαδων Στον πίνακα 4 παρατίθεται
η κάλυψη και η σύνθεση της βλάστησης στα αλπικά ποολίβαδα. Από τα δεδομένα του
πίνακα προκύπτει ότι στη σύνθεση της βλάστησης κυριαρχούσαν τα είδη Festuca
olympica και Astragalus anguistifolius, τα οποία χαρακτηρίζουν τους
υποτύπους της βλάστησης του βιότοπου. Με υψηλά ποσοστά στη σύνθεση της
βλάστησης συμμετείχαν επίσης τα είδη Koeleria cristata, Bromus erectus και
Thymus longicaulis. Πίνακας 4. Κάλυψη και
σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο των αλπικών ποολίβαδων.
2.2. Περιοχή κεντρικής Πίνδου Στην περιοχή της
κεντρικής Πίνδου διακρίθηκαν οι εξής βιότοποι: 1.
Βιότοπος άρκευθου Στον πίνακα 5 παρατίθεται
η κάλυψη και η σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο του άρκευθου. Από τα δεδομένα
του πίνακα γίνεται φανερό ότι τα ποώδη είδη Festuca valesiaca, Hieraceum hoppeanum και Lotus corniculatus συμμετείχαν με υψηλά ποσοστά στη
σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου. Το θαμνώδες είδος του άρκευθου (Juniperus oxycedrus) αν και συμμετείχε με μικρό ποσοστό
(7%) στη σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου, η κατανομή του στο χώρο παρουσίασε
κατά θέσεις υψηλά ποσοστά συμμετοχής στη βλάστηση και αυτό είχε ως αποτέλεσμα
τη δημιουργία θέσεων προστασίας για τα θηράματα από τους φυσικούς εχθρούς.
Αυτός ήταν και ο λόγος που ο βιότοπος αυτός χαρακτηρίστηκε ως βιότοπος
άρκευθου. Πίνακας 5.
Κάλυψη και σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο του άρκευθου.
Συνέχεια Πίνακα 5
2.
Βιότοπος φτέρης Στον πίνακα 6 δίνεται η
κάλυψη και η σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου. Από τα δεδομένα του πίνακα
γίνεται φανερό ότι τα είδη Festuca valesiaca, Thymus serpyllum και Hieraceum hoppeanum συμμετείχαν με υψηλό ποσοστό στη
σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου. Η ομοιόμορφη κατανομή στο χώρο της φτέρης
με σχετικά υψηλά ποσοστά συμμετοχής στη σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου είχε
ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των άλλων ειδών εξαιτίας του ανταγωνισμού.
Έτσι, στο βιότοπο αυτό καταγράφηκαν συνολικά 27 φυτικά είδη σε σύγκριση με το
βιότοπο του άρκευθου όπου καταγράφηκαν 43 είδη. Πίνακας 6.
Κάλυψη και σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο της φτέρης.
3.
Βιότοπος ‘σάρες’ Στον πίνακα 7 δίνεται η
κάλυψη και η σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου ‘σάρες’. Από τα δεδομένα του
πίνακα γίνεται φανερό ότι η κάλυψη της βλάστησης του βιότοπου είναι μικρή. Ο
συνολικός αριθμός φυτικών ειδών (13) είναι επίσης πολύ μικρός σε σύγκριση με
όλους τους άλλους βιότοπους της κεντρικής Πίνδου. Τα ποώδη είδη Festuca valesiaca, Melica ciliata και το θαμνώδες Daphne oleoides είναι τα κυρίαρχα είδη του βιότοπου. Πίνακας 7.
Κάλυψη και σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο ‘σάρες’.
4.
Βιότοπος των αλπικών ποολίβαδων Στον Πίνακα 8 παρατίθεται
η κάλυψη και η σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο αυτό. Από τα δεδομένα του
πίνακα προκύπτει ότι στη σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου κυρίαρχα ήταν τα
είδη Festuca valesiaca, Trifolium repens και Plantago sp., τα οποία χαρακτηρίζουν τους
λιβαδικούς υποτύπους. Πίνακας 8.
Κάλυψη και σύνθεση της βλάστησης στα αλπικά ποολίβαδα.
Συνέχεια Πίνακα 8
2.3. Περιοχή όρους Όθρυος Οι βιότοποι που
καθορίστηκαν στην περιοχή μελέτης στο όρος Όθρυς είναι: 1.
Βιότοπος πρινώνα Στον πίνακα 9 δίνεται η
κάλυψη και σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου. Από τα δεδομένα αυτά προκύπτει
ότι το είδος Quercus coccifera (πρίνος) συμμετέχει με ποσοστό 45%
στη σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου. Αυτό σημαίνει ότι ο βιότοπος είναι ένας
πρινώνας. Στα διάκενα που σχηματίζονται από την κατανομή των ατόμων του πρίνου
υπάρχουν χορτολιβαδικές εκτάσεις, συνήθως μικρής έκτασης, χωρίς να μπορούν να
αποτελέσουν ενιαία διαχειριστική μονάδα. Τα είδη Lolium perenne και Plantago lagopus είναι αυτά που
κυριαρχούσαν στη σύνθεση της βλάστησης των διακένων. Πίνακας 9.
Κάλυψη και σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο του πρινώνα.
2.
Βιότοπος φτέρης Στον πίνακα 10 δίνεται η
κάλυψη και η σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου. Από τα δεδομένα του πίνακα
γίνεται φανερό ότι η φτέρη είχε τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής στη σύνθεση της
βλάστησης του βιότοπου (19,7%). Τα είδη Thymus sibthorbii και Trifolium
campestre συμμετείχαν με μεγαλύτερα ποσοστά σε σύγκριση με τα άλλα είδη. Ο
συνολικός αριθμός των ειδών δε μειώθηκε σημαντικά και αυτό θα μπορούσε να
αποδοθεί στην κατά θέσεις κατανομή της φτέρης στο χώρο. Πίνακας
10. Κάλυψη και σύνθεση της βλάστησης στο βιότοπο της φτέρης.
Συνέχεια Πίνακα 10
2.
Βιότοπος των αλπικών ποολίβαδων Στον πίνακα 11
παρατίθεται η κάλυψη και η σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου. Από τα δεδομένα
του πίνακα προκύπτει ότι τα είδη Festuca valesiaca, Trifolium repens, Phleum sp. και Dactylis glomerata είχαν
τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής στη σύνθεση της βλάστησης του βιότοπου. Πίνακας
11. Κάλυψη και σύνθεση της βλάστησης στα αλπικά ποολίβαδα.
Συνέχεια Πίνακα 11
Γενικά, από τα αποτελέσματα της
μελέτης προέκυψε ότι ο βιότοπος των αλπικών ποολίβαδων των περιοχών μελέτης
χαρακτηρίζεται από το μικρό αριθμό ειδών της οικογένειας των αγρωστωδών και το
σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό πλατύφυλλων ειδών που ανήκουν σε διάφορες
οικογένειες. Ο αριθμός των ειδών της οικογένειας των ψυχανθών που συμμετείχαν
στο βιότοπο αυτό σε όλες τις περιοχές μελέτης ήταν αρκετά μικρός (3-4 είδη).
Ανάλογη ήταν και η συμμετοχή των κατηγοριών αυτών των φυτών στη σύνθεση της
βλάστησης του βιότοπου και επομένως στην παραγωγή βοσκήσιμης ύλης. Η σημαντική
αύξηση στο συνολικό αριθμό των ειδών που παρατηρήθηκε στο βιότοπο των αλπικών
ποολίβαδων της περιοχής του όρους Όθρυος θα μπορούσε να αποδοθεί στις
διαφορετικές συνθήκες βόσκησης που υπάρχουν στην περιοχή αυτή. Οι βιότοποι του πρινώνα και της
φτέρης σ’ όλες τις περιοχές χαρακτηρίζονται από την αυξημένη ποικιλότητά τους
και ειδικότερα από το μικρό αριθμό των αγρωστωδών ειδών και το σημαντικά
αυξημένο των πλατύφυλλων ειδών. Ο αριθμός των ειδών της οικογένειας των
ψυχανθών που συμμετείχαν στους βιότοπους αυτούς σ’ όλες τις περιοχές μελέτης ήταν
αυξημένος. Αυτό πιθανώς οφείλεται τόσο στις συνθήκες βόσκησης των βιότοπων
αυτών όσο και στη διαφοροποίηση των κλιματικών συνθηκών εξαιτίας του
χαμηλότερου υψομέτρου. ΚΕΦ. 3.
ΔΙΑΙΤΑ ΛΑΓΟΥ ΚΑΙ ΟΡΕΙΝΗΣ ΠΕΡΔΙΚΑΣ 3.1. Λαγός Ο Ευρωπαϊκός λαγός (Lepus europaeus) είναι αποκλειστικά φυτοφάγο είδος.
Η διατροφή του περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία φυτικών ειδών εξαρτώμενη από τα
τροφικά διαθέσιμα του βιότοπου όπου ζει. Οι τροφικές συνήθειες του λαγού
επομένως, μπορεί να διαφέρουν από τόπο σε τόπο, αλλά και στον ίδιο τόπο μεταξύ
διαφορετικών εποχών του έτους ανάλογα με τη διαθεσιμότητα της βοσκήσιμης ύλης.
Στην ουσία πάντως, η διατροφική συμπεριφορά του λαγού φαίνεται ότι ακολουθεί το
γενικό θεωρητικό μοντέλο που έχει προταθεί για πολλά ζωικά είδη, δηλαδή οι
πρωτεύοντες καταναλωτές σε περιπτώσεις αφθονίας τροφικών διαθεσίμων επιλέγουν
τα πιο επιθυμητά φυτικά είδη περιορίζοντας έτσι το εύρος της δίαιτάς τους σε
λίγα είδη φυτών (specialists), ενώ σε περιπτώσεις έλλειψης τροφής μεταβάλλούν τη
διατροφική τους στρατηγική και γίνονται ευρυφάγα (generalists). Tα αγρωστώδη, αυτοφυή και
καλλιεργούμενα, φαίνεται ότι αποτελούν την κύρια τροφή του λαγού ακόμα και σε
περιοχές με ποικίλη σύνθεση ειδών, με τα αυτοφυή είδη να προτιμώνται από τα
καλλιεργούμενα. Τα πλατύφυλλα ποώδη φυτά
συνήθως καταναλώνονται από το λαγό σε μικρότερα ποσοστά. Σε λίγες μόνο
περιπτώσεις η κατηγορία αυτή φυτών χρησιμοποιείται από τους λαγούς εξίσου με τα
αγρωστώδη. Σε περιοχές της κεντρικής Βοημίας, τα πλατύφυλλα ποώδη είδη αποτελούσαν
το 29 – 43 % της συνολικής τροφής των λαγών. Από αυτά το λειμώνιο τριφύλλι (Trifolium pratense) ήταν το πιο συχνά προτιμώμενο
φυτικό είδος συμμετέχοντας στο διαιτολόγιο των λαγών με ποσοστό 6 % και το Rubus fruticosus με 4 %, ενώ το ποσοστό συμμετοχής
των άλλων πλατύφυλλων ειδών που αναγνωρίσθηκαν δεν υπερέβαινε το 2 %. Υπήρξε
όμως μεγάλη διακύμανση μεταξύ των ατόμων του λαγού ως προς τις τροφικές
προτιμήσεις τους. Ορισμένα φυτικά είδη χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλα ποσοστά
ορισμένες περιόδους του έτους, π.χ. η μηδική (Medicago sativa), είδη της οικογένειας Brassicaceae και είδη του γένους Amaranthus κατά την περίοδο του φθινόπωρου, το Rubus fruticosus το χειμώνα και το Taraxacum officinale το καλοκαίρι. Ο λαγός μπορεί να
ικανοποιήσει τις τροφικές απαιτήσεις του με καλλιεργούμενα είδη σε περιόδους
όπου τα τροφικά διαθέσιμα του βιότοπου είναι περιορισμένα, π.χ. κατά τη
διάρκεια του χειμώνα, ή σε καθαρά αγροτικές περιοχές όπου οι καλλιέργειες
αποτελούν τη μοναδική διαθέσιμη τροφή. Σε έρευνα που έγινε στην περιοχή Holstein της πρώην Δυτικής Γερμανίας βρέθηκε
ότι το 80% της συνολικής τροφής του λαγού τη χειμερινή περίοδο προέρχονταν από
καλλιέργειες κριθής (Hordeum vulgare), σίτου (Triticum aestivum) και ελαιοκράμβης (Brassica napus). Ο λαγός για να καλύψει
τις τροφικές του ανάγκες καταναλώνει σε μικρά ποσοστά σπόρους, κλαδιά θάμνων
και δένδρων, φλοιούς, βελόνες κωνοφόρων, κλπ.. Αυτό δείχνει την ικανότητα
προσαρμογής του με σκοπό να αντιμετωπίζει με επιτυχία περιόδους έλλειψης
τροφής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι σε περιόδους
χιονοπτώσεων στην πρώην Τσεχοσλοβακία, ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% της τροφής
των λαγών αποτελούσαν οι βελόνες ερυθρελάτης (Picea abies) και δασικής πεύκης (Pinus sylvestris), και οι ξυλώδεις ιστοί ποωδών φυτών
καθώς και κλαδιά θάμνων και δένδρων. Το γεγονός αυτό αποδίδεται στην έλλειψη
και στη δυσκολία ανεύρεσης πιο εύγευστης για τους λαγούς τροφής, αφού το χιόνι
κάλυπτε την επιφάνεια του εδάφους. Σε περιοχές με αυξημένη
παρουσία θάμνων και δένδρων, τα οποία παράγουν εδώδιμους χυμώδεις καρπούς, οι
καρποί αυτοί συμμετέχουν με σημαντικό ποσοστό στη δίαιτα του λαγού. Αντίθετα,
σε περιοχές όπου η διαθεσιμότητα τέτοιων καρπών είναι μικρή, οι λαγοί φαίνεται
ότι δεν ενδιαφέρονται για την αναζήτηση αυτών αλλά τους καταναλώνουν μόνο
περιστασιακά. Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι προφανές ότι ο λαγός είναι
ευρυφάγο είδος και θα πρέπει η διαχείριση των πληθυσμών του λαγού, με σκοπό την
διατήρηση και αύξηση των πληθυσμών του, να εστιάζεται στην ικανοποίηση των
τροφικών του αναγκών σε όλη τη διάρκεια του έτους. 3.2.
Ορεινή πέρδικα Η ορεινή πέρδικα
καταναλώνει κυρίως φυτικής προέλευσης τροφή. Η φυτική τροφή της πέρδικας
αποτελείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από σπόρους, φύλλα και βλαστούς και σε
μικρότερο ποσοστό από βολβούς και ρίζες. Τα ψυχανθή συνήθως αναφέρονται ως τα
κύρια είδη με τα οποία τρέφεται η πέρδικα. Είδη των οικογενειών Asteraceae, Fagaceae, Cistaceae, Boraginaceae, Cruciferae, κ.ά. αναφέρονται επίσης ότι
καταναλώνονται από την ορεινή πέρδικα σε περιοχές της Ευρώπης. Η πέρδικα
καταναλώνει επίσης ζωικής προέλευσης είδη. Πρόκειται για ποικιλία εντόμων
(κολεόπτερα, χρυσομελίδες, ορθόπτερα, ετερόπτερα κ.ά.), που συνήθως όμως
αποτελούν ένα μικρό ποσοστό του συνόλου της δίαιτας της ενήλικης πέρδικας. Τα
ανήλικα άτομα αντίθετα, τρέφονται σε μεγάλα ποσοστά με ζωικούς οργανισμούς. Εν
κατακλείδι, η δίαιτα της ορεινής πέρδικας περιλαμβάνει ποικιλία φυτικών ειδών
και δεν περιορίζεται σε μικρό αριθμό ειδών. Η πέρδικα ημερησίως υπολογίζεται
ότι καταναλώνει περίπου 3.3.
Μεθοδολογία εκτίμησης της δίαιτας Στις τρεις περιοχές
μελέτης έγινε συλλογή φρέσκων κοπράνων λαγού το καλοκαίρι του 2004, καθώς και
συλλογή στομαχιών λαγού και πέρδικας κατά το φθινόπωρο του 2003 και 2004. Όσον
αφορά τα δείγματα κοπράνων, αυτά ελήφθησαν σε κάθε περιοχή από τη χαμηλότερη
μέχρι τη μεγαλύτερη υψομετρικά θέση, ώστε το δείγμα να αντιπροσωπεύει το σύνολο
των βιότοπων της κάθε περιοχής. Το μέγεθος των πληθυσμών
του λαγού και της ορεινής πέρδικας στις περιοχές μελέτης δε θεωρείται
ικανοποιητικό. Ένδειξη για αυτό αποτελεί η αποτυχία των κυνηγετικών εξορμήσεων,
ιδίως στο όρος Όθρυς. Να σημειωθεί ότι στην περιοχή αυτή, κατά τη διάρκεια ενός
Σαββατοκύριακου στην αρχή της κυνηγετικής περιόδου του 2003, από τους 40
κυνηγούς ορεινής πέρδικας που ερωτήθηκαν για την επιτυχία τους στη θήρα της
πέρδικας οι 36 απάντησαν ότι ούτε απλώς χρησιμοποίησαν το όπλο τους. Οι
υπόλοιποι συνάντησαν κάποια ομάδα πτηνών αλλά δεν κατόρθωσαν να θηρεύσουν
κανένα άτομο. Το κυνήγι διεξαγόταν είτε μοναχικά είτε σε μικρές ομάδες 2 – 6
ατόμων και στις περισσότερες περιπτώσεις υπήρχε εκπαιδευμένος κυνηγετικός
σκύλος. Για το λόγο αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη μελέτη της συμπεριφοράς
του λαγού στην κεντρική Πίνδο και της πέρδικας στον Όλυμπο, στις οποίες το
μέγεθος του πληθυσμού των ειδών αυτών ήταν συγκριτικά μεγαλύτερο. Ένδειξη για
αυτό, αποτέλεσε ο αριθμός των κοπράνων του λαγού ανά m2 και ο αριθμός των περδίκων ανά km πεζοπορίας. Ο μικρός αριθμός θηρευθέντων
λαγών και περδίκων είχε ως φυσικό επακόλουθο τη συλλογή περιορισμένου αριθμού
στομαχιών από τα είδη αυτά. Για το λόγο αυτό, η ποιοτική και ποσοτική σύνθεση
της δίαιτας της πέρδικας και του λαγού τους φθινοπωρινούς μήνες αποτελεί απλώς
ένδειξη εκτός από τη δίαιτα της πέρδικας στην περιοχή του Ολύμπου όπου
συλλέχθηκε ικανοποιητικός αριθμός στομαχιών κατά τα έτη 2003 και 2004. Η βοτανική σύνθεση της
δίαιτας του λαγού εκτιμήθηκε με τη μέθοδο της μικροϊστολογικής ανάλυσης. Τα
δείγματα εξετάστηκαν σε μικροσκόπιο προκειμένου να αναγνωρισθούν ανατομικά και
μορφολογικά χαρακτηριστικά της επιδερμίδας των φυτικών ειδών. Η αναγνώριση
έγινε με βάση σχέδια αναφοράς που έγιναν για τα σημαντικότερα είδη φυτών που
υπήρχαν στην περιοχή μελέτης. Ο υπολογισμός των τροφικών συνηθειών σε ποσοστά
ξηρού βάρους (%) έγινε με τη μέθοδο των Holechek και Gross (1982). Για την εκτίμηση της
προτίμησης των λαγών σε συγκεκριμένα φυτικά είδη σε σχέση με τη διαθεσιμότητά
τους χρησιμοποιήθηκε ο δείκτης προτίμησης Bi (Standardized selection index). Η μικροϊστολογική ανάλυση
είναι μια ευρέως χρησιμοποιούμενη μέθοδος για την εύρεση των τροφικών συνηθειών
πολλών φυτοφάγων ζωικών ειδών. Η μεγάλη χρησιμότητά της έγκειται στο ότι δεν
προκαλεί καμίας μορφής διαταραχή στα ζώα, μπορεί να εφαρμοστεί σε σπάνια και
προστατευόμενα είδη της άγριας πανίδας, σε είδη που μετακινούνται σε μεγάλες
αποστάσεις, καθώς επίσης σε περιοχές όπου περισσότερα από ένα φυτοφάγα είδη
ζώων τρέφονται από κοινού, με την προϋπόθεση βέβαια ότι τα κόπρανα των ζωικών
ειδών διακρίνονται μεταξύ τους. Η μέθοδος αυτή βασίζεται στα ανατομικά
χαρακτηριστικά των κυττάρων της επιδερμίδας, τα οποία ποικίλλουν μεταξύ των
φυτικών ειδών και περνώντας από το πεπτικό σύστημα των φυτοφάγων ζώων δεν
υφίστανται έντονες αλλοιώσεις. Άρα, τα φυτά με τα οποία τρέφονται τα φυτοφάγα
ζώα μπορούν να αναγνωρισθούν με εξέταση των κοπράνων τους. Μειονεκτήματα της
μεθόδου αυτής, που είναι μία επίπονη διαδικασία, θεωρούνται η μεγάλη διάρκεια
χρόνου, η εμπειρία που πρέπει να διαθέτουν οι ερευνητές, η ανάγκη ύπαρξης
κατάλληλα εξοπλισμένου εργαστηρίου, η δυσκολία αναγνώρισης ορισμένων τεμαχιδίων
φυτών στα κόπρανα των ζώων ακόμα και σε επίπεδο γενών, καθώς και η εκτίμηση της
ηλικίας των κοπράνων. 3.4.
ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΠΙΝΔΟΥ 3.4.1. Η δίαιτα του λαγού το καλοκαίρι
του 2003 Στον πίνακα 12
παρατίθενται οι τροφικές προτιμήσεις του λαγού το καλοκαίρι του 2004 στην
περιοχή μελέτης στην κεντρική Πίνδο, όπως εκτιμήθηκαν με την μικροϊστολογική
ανάλυση των κοπράνων. Από τα δεδομένα του πίνακα προκύπτει ότι τα αγρωστώδη
φυτικά είδη αποτέλεσαν την κύρια τροφή του λαγού το καλοκαίρι του 2004 (72% του
συνόλου της καταναλωθείσας τροφής). Μεταξύ αυτών, το Lolium perenne είχε το μεγαλύτερο δείκτη τροφικής
προτίμησης από όλα τα άλλα φυτικά είδη που αναγνωρίστηκαν στα κόπρανα των
λαγών. Υψηλή προτίμηση είχαν τα περισσότερα είδη της περιοχής, εκτός από τα
είδη Festuca valesiaca, είδη του γένους Bromus και η Dactylis glomerata. Η Festuca
valesiaca παρόλο που καταναλώθηκε
σε μεγαλύτερα ποσοστά από κάθε άλλο φυτικό είδος (30%) ανήκει στα μη
προτιμώμενα είδη (Bi = 0,045). Πίνακας 12. Δείκτης
τροφικής προτίμησης του λαγού στην περιοχή μελέτης της κεντρικής Πίνδου το
καλοκαίρι του 2003.
1 Τιμές του δείκτη μεγαλύτερες του
0,050 δείχνουν προτίμηση. Τα είδη των πλατύφυλλων
ποωδών φυτών καταναλώθηκαν σε σαφώς μικρότερο ποσοστό (20%). Από αυτά, κανένα
δεν προτιμήθηκε από το λαγό. Ένα μικρό ποσοστό της τροφής του λαγού κατά τη
διάρκεια του καλοκαιριού (8%) ήταν οι σπόροι των ποωδών φυτών (αγρωστωδών και
πλατύφυλλων). Από τα αποτελέσματα αυτά
είναι φανερό ότι τα αγρωστώδη αποτελούν την κύρια κατηγορία φυτών με τα οποία
τρέφεται ο λαγός στην περιοχή μελέτης κατά τους θερινούς μήνες. Το σύνολο των
ερευνών που έγιναν στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη αναφέρουν ότι ο λαγός
τρέφεται κυρίως με αγρωστώδη φυτικά είδη ακόμα και σε περιοχές που υπάρχει
μεγάλη ποικιλία ειδών από άλλες οικογένειες φυτών. Όσον αφορά τα πλατύφυλλα
ποώδη φυτά οι σχετικές έρευνες στην Ευρώπη αναφέρουν ότι αυτά συμμετέχουν στο
διαιτολόγιο του λαγού σε μικρά ποσοστά και σε λίγες μόνο περιπτώσεις η
κατηγορία αυτή των φυτών χρησιμοποιείται από τους λαγούς εξίσου με τα
αγρωστώδη. Το σύνολο των φυτικών
ειδών που αναγνωρίστηκε στα κόπρανα των λαγών αποτελούσε το 93,3% της σύνθεσης
της βλάστησης της περιοχής μελέτης. Αυτό σημαίνει ότι στην παρούσα μελέτη η
διατροφή του λαγού σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελούνταν από τα περισσότερα είδη που
υπήρχαν στην περιοχή. Μικρά ποσοστά σπόρων (8%) βρέθηκαν στη σύνθεση της
δίαιτας του λαγού στην κεντρική Πίνδο, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτή η
κατηγορία τροφής έχει μικρή σημασία για τη διατροφή του λαγού τουλάχιστον τους
θερινούς μήνες. 3.4.2. Η δίαιτα του
λαγού το φθινόπωρο 2003 Στον πίνακα 13 δίνεται η
δίαιτα του λαγού στην περιοχή της κεντρικής Πίνδου κατά τη διάρκεια του
φθινοπώρου του 2003 με την ανάλυση του στομαχικού περιεχομένου. Από τα δεδομένα
του πίνακα προκύπτει ότι ο λαγός κατανάλωσε τα αγρωστώδη και τα πλατύφυλλα
φυτικά είδη σε ίσα ποσοστά, σε αντίθεση με τους καλοκαιρινούς μήνες όπου η
κατανάλωση των αγρωστωδών υπερτερούσε εκείνης των πλατύφυλλων ποωδών φυτών. Η
διαφορά αυτή μπορεί να αποδοθεί στο ότι η ποσότητα της διαθέσιμης ποσότητας
βοσκήσιμης ύλης από όλα τα είδη το φθινόπωρο ήταν μικρότερη από το καλοκαίρι,
δεδομένου ότι το φθινόπωρο είναι εποχή έναρξης της βλαστικής δραστηριότητας των
φυτών. Ακόμη οι βλαστοί και τα φύλλα των φυτών τη φθινοπωρινή περίοδο είναι πιο
τρυφερά και περισσότερο εύγεστα από ότι τους θερινούς μήνες, αλλά αυτό φυσικά
εξαρτάται και από την πρωιμότητα των ειδών και είναι ένα χαρακτηριστικό που
ελέγχεται κατά πρώτο λόγο από τη γενετική συγκρότηση του κάθε είδους. Το
ποσοστό των καρπών είναι σχετικά μικρό (< 10% της συνολικής καταναλωθείσας
τροφής). Παρά τον περιορισμένο αριθμό στομαχιών που εξετάστηκε αναγνωρίστηκε
ποικιλία φυτικών ειδών, τόσο πλατύφυλλα όσο και αγρωστώδη, γεγονός που δείχνει
ότι ο λαγός το φθινόπωρο στην κεντρική Πίνδο επιλέγει να τρέφεται με ποικιλία
φυτικών ειδών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει η επιλογή του λαγού να τρέφεται με πλατύφυλλα ποώδη φυτά τα οποία
δεν ανήκουν στα επιθυμητά είδη για τα αγροτικά ζώα (π.χ. Scabiosa sp., Verbascum sp., Dianthus viscidus, κ. ά.). Η σημερινή διαφοροποίηση
των τροφικών συνηθειών του λαγού σε σχέση με αυτές των αγροτικών ζώων είναι
πολύ πιθανό να οφείλεται στη δράση του ανταγωνισμού μεταξύ των. Πίνακας 13. Η δίαιτα του λαγού στην κεντρική
Πίνδο το φθινόπωρο του 2003.
1 Τιμές του δείκτη μεγαλύτερες του
0,050 δείχνουν προτίμηση. Τα είδη των πλατύφυλλων
ποωδών φυτών καταναλώθηκαν σε σαφώς μικρότερο ποσοστό (20%). Από αυτά, κανένα
δεν προτιμήθηκε από το λαγό. Ένα μικρό ποσοστό της τροφής του λαγού κατά τη
διάρκεια του καλοκαιριού (8%) ήταν οι σπόροι των ποωδών φυτών (αγρωστωδών και
πλατύφυλλων). Από τα αποτελέσματα αυτά
είναι φανερό ότι τα αγρωστώδη αποτελούν την κύρια κατηγορία φυτών με τα οποία
τρέφεται ο λαγός στην περιοχή μελέτης κατά τους θερινούς μήνες. Το σύνολο των
ερευνών που έγιναν στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη αναφέρουν ότι ο λαγός
τρέφεται κυρίως με αγρωστώδη φυτικά είδη ακόμα και σε περιοχές που υπάρχει
μεγάλη ποικιλία ειδών από άλλες οικογένειες φυτών. Όσον αφορά τα πλατύφυλλα
ποώδη φυτά οι σχετικές έρευνες στην Ευρώπη αναφέρουν ότι αυτά συμμετέχουν στο
διαιτολόγιο του λαγού σε μικρά ποσοστά και σε λίγες μόνο περιπτώσεις η
κατηγορία αυτή των φυτών χρησιμοποιείται από τους λαγούς εξίσου με τα
αγρωστώδη. Το σύνολο των φυτικών
ειδών που αναγνωρίστηκε στα κόπρανα των λαγών αποτελούσε το 93,3% της σύνθεσης
της βλάστησης της περιοχής μελέτης. Αυτό σημαίνει ότι στην παρούσα μελέτη η
διατροφή του λαγού σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελούνταν από τα περισσότερα είδη που
υπήρχαν στην περιοχή. Μικρά ποσοστά σπόρων (8%) βρέθηκαν στη σύνθεση της
δίαιτας του λαγού στην κεντρική Πίνδο, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτή η
κατηγορία τροφής έχει μικρή σημασία για τη διατροφή του λαγού τουλάχιστον τους
θερινούς μήνες. 3.4.2. Η δίαιτα του
λαγού το φθινόπωρο 2003 Στον πίνακα 13 δίνεται η
δίαιτα του λαγού στην περιοχή της κεντρικής Πίνδου κατά τη διάρκεια του
φθινοπώρου του 2003 με την ανάλυση του στομαχικού περιεχομένου. Από τα δεδομένα
του πίνακα προκύπτει ότι ο λαγός κατανάλωσε τα αγρωστώδη και τα πλατύφυλλα
φυτικά είδη σε ίσα ποσοστά, σε αντίθεση με τους καλοκαιρινούς μήνες όπου η
κατανάλωση των αγρωστωδών υπερτερούσε εκείνης των πλατύφυλλων ποωδών φυτών. Η
διαφορά αυτή μπορεί να αποδοθεί στο ότι η ποσότητα της διαθέσιμης ποσότητας
βοσκήσιμης ύλης από όλα τα είδη το φθινόπωρο ήταν μικρότερη από το καλοκαίρι,
δεδομένου ότι το φθινόπωρο είναι εποχή έναρξης της βλαστικής δραστηριότητας των
φυτών. Ακόμη οι βλαστοί και τα φύλλα των φυτών τη φθινοπωρινή περίοδο είναι πιο
τρυφερά και περισσότερο εύγεστα από ότι τους θερινούς μήνες, αλλά αυτό φυσικά
εξαρτάται και από την πρωιμότητα των ειδών και είναι ένα χαρακτηριστικό που
ελέγχεται κατά πρώτο λόγο από τη γενετική συγκρότηση του κάθε είδους. Το
ποσοστό των καρπών είναι σχετικά μικρό (< 10% της συνολικής καταναλωθείσας
τροφής). Παρά τον περιορισμένο αριθμό στομαχιών που εξετάστηκε αναγνωρίστηκε
ποικιλία φυτικών ειδών, τόσο πλατύφυλλα όσο και αγρωστώδη, γεγονός που δείχνει
ότι ο λαγός το φθινόπωρο στην κεντρική Πίνδο επιλέγει να τρέφεται με ποικιλία
φυτικών ειδών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει η επιλογή του λαγού να τρέφεται με πλατύφυλλα ποώδη φυτά τα οποία
δεν ανήκουν στα επιθυμητά είδη για τα αγροτικά ζώα (π.χ. Scabiosa sp., Verbascum sp., Dianthus viscidus, κ. ά.). Η σημερινή διαφοροποίηση
των τροφικών συνηθειών του λαγού σε σχέση με αυτές των αγροτικών ζώων είναι
πολύ πιθανό να οφείλεται στη δράση του ανταγωνισμού μεταξύ των. Πίνακας 13. Η δίαιτα του λαγού στην κεντρική
Πίνδο το φθινόπωρο του 2003.
1 Τιμές του δείκτη μεγαλύτερες από
0,048 δείχνουν προτίμηση. 3.6.2. Η δίαιτα του
λαγού το φθινόπωρο του 2003 και 2004 Στον πίνακα 19 δίνεται η
ενδεικτική σύνθεση της δίαιτας του λαγού στην περιοχή του όρους Όθρυος κατά το
φθινόπωρο. Από τα δεδομένα του πίνακα προκύπτει ότι στη σύνθεση της τροφής του
λαγού το φθινόπωρο τα αγρωστώδη συμμετείχαν με ποσοστό 52,8% σε σύγκριση με τα
πλατύφυλλα τα οποία συνολικά συμμετείχαν με ποσοστό 37,3%. Τα αγρωστώδη είδη Festuca valesiaca, Lolium perenne και Cynodon dactylon ήταν αυτά που
καταναλώθηκαν σε μεγαλύτερα ποσοστά. Η αυξημένη συμμετοχή του Cynodon dactylon (αγριάδα) μπορεί να
αποδοθεί στο ότι το είδος αυτό το φθινόπωρο έχει μεγαλύτερη ποσότητα βοσκήσιμης
ύλης σε σύγκριση με τα άλλα αγρωστώδη Τα πλατύφυλλα
ποώδη αποτελούσαν το 1/3 περίπου της συνολικά καταναλωθείσας τροφής του λαγού.
Από αυτά, τα μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής είχαν τα είδη Scabiosa sp., Hieracium bauchinii και Verbascum sp.. Η
οικογένεια των ψυχανθών εκπροσωπήθηκε με τρία είδη τα οποία συνολικά
καταναλώθηκαν σε αξιόλογο ποσοστό (9,24 %). Το ποσοστό των καρπών (9,90 %) ήταν
σχετικά αυξημένο την εποχή αυτή σε σύγκριση με το καλοκαίρι. Πίνακας 19. Η δίαιτα του
λαγού στην περιοχή μελέτης του όρους Όθρυς το φθινόπωρο.
3.7. Η δίαιτα του λαγού στις περιοχές
μελέτης Από τα δεδομένα που αναλύθηκαν σε
αυτό το κεφάλαιο προκύπτει ότι η κύρια τροφή του λαγού είναι τα είδη της
οικογένειας των αγρωστωδών. Στις περιοχές μελέτης από τα είδη αυτά, υψηλότερους
δείκτες προτίμησης είχαν τα είδη Lolium perenne, Lolium strictum, Cynosurus echinatus, Cynosurus cristatus, Trisetum flavescens και Anthoxanthum odoratum. Άλλα αγρωστώδη είδη με μικρότερους
δείκτες προτίμησης αποτελούν επίσης επιθυμητή τροφή για το λαγό, όπως π.χ. τα
είδη Melica ciliata, Koeleria cristata, Brachyposium sylvaticum, Phleum montanum, κ. ά.. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα είδη του γένους Festuca και στις τρεις περιοχές μελέτης αν
και δεν ανήκουν στα προτιμώμενα από το λαγό είδη, εντούτοις αυτά αποτελούσαν
ένα μεγάλο τμήμα της τροφής των λαγών φθάνοντας ακόμα και το 30% της συνολικά
καταναλωθείσας τροφής. Τα αγρωστώδη είδη επομένως, αποτελούν την κύρια πηγή
τροφής για το λαγό στις περιοχές μελέτης και ίσως αν η διαθεσιμότητά τους ήταν
μεγαλύτερη να αυξανόταν ακόμη περισσότερο η κατανάλωσή τους από το λαγό. Τα πλατύφυλλα ποώδη είδη,
φαίνεται ότι έχουν δευτερεύουσα σημασία στη διατροφή του λαγού αφού σε καμία
περιοχή μελέτης δεν υπολογίστηκε κάποιο είδος με υψηλό δείκτη προτίμησης.
Παρόλα αυτά, είδη των γενών Euphorbia, Allysum, Verbascum, Scabiosa κ. ά. αλλά και της οικογένειας των
ψυχανθών (τριφύλλια, μηδικές) αποτελούν πηγή τροφής για το λαγό στις περιοχές
μελέτης. Με εξαίρεση τα ψυχανθή, τα υπόλοιπα είδη δεν είναι επιθυμητά για τα
αγροτικά ζώα, γεγονός που σημαίνει ότι οι τροφικές συνήθειες του λαγού είναι
διαφορετικές από εκείνες των αγροτικών ζώων. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην
έντονη βόσκηση που επί πολλά έτη ασκείται στις περιοχές μελέτης, η οποία είναι
πολύ πιθανό να προκαλεί μείωση της επιθυμητής για το λαγό τροφής, με αποτέλεσμα
ο λαγός να στρέφεται προς άλλα λιγότερο επιθυμητά ή και ανεπιθύμητα είδη για να
ικανοποιήσει τις τροφικές του ανάγκες. Τέλος, το ποσοστό των καρπών με τα οποία
τρέφεται ο λαγός είναι σχετικά μικρό ιδίως τους θερινούς μήνες σε όλες τις
περιοχές μελέτης, αν και το φθινόπωρο φαίνεται να αυξάνει η κατανάλωσή τους
χωρίς όμως να υπερβαίνει το 10% της συνολικά καταναλωθείσας τροφής. ΚΕΦ. 4.
ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΒΟΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΒΙΟΤΟΠΩΝ Η παραγωγή βοσκήσιμης
ύλης από τους βιότοπους των περιοχών μελέτης μετρήθηκε με πλαίσια 50 Χ 4.1. Περιοχή μελέτης Όθρυος Στην περιοχή μελέτης της Όθρυος (Πίνακας 21), τη
μεγαλύτερη παραγωγή βιομάζας είχε ο βιότοπος του πρινώνα (146 χλγ/στρέμμα), η
οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της προέρχεται από τη θαμνώδη βλάστηση.
Σημαντικό ποσοστό της ετήσιας παραγωγής των θάμνων δε χρησιμοποιείται από τα
ζώα (θηραματικά και αγροτικά) εξαιτίας της κατά θέσεις δενδρώδους ανάπτυξης των
πουρναριών. Η παραγωγή βοσκήσιμης ύλης στο βιότοπο της φτέρης ήταν 102,6
χλγ/στρέμμα, ενώ σ’ εκείνο των αλπικών ποολίβαδων η παραγωγή βιομάζας 99
χλγ/στρέμμα. Στο βιότοπο της φτέρης η παραγωγή βοσκήσιμης ύλης ήταν. Το ποσοστό
χρησιμοποίησης της βοσκήσιμης ύλης από τα βόσκοντα ζώα ήταν ιδιαίτερα υψηλό
στους βιότοπους της φτέρης (82,5 %) και του πρινώνα (76,7 %) και χαμηλότερο στο
βιότοπο των αλπικών ποολίβαδων (61,6%). Από τα αποτελέσματα αυτά προκύπτει ότι
οι βιότοποι του πρινώνα και της φτέρης βρίσκονται κάτω από συνθήκες έντονης
βόσκησης, ενώ εκείνος των αλπικών λιβαδιών κάτω από συνθήκες μέτριας βόσκησης. Πίνακας 21. Παραγωγή βοσκήσιμης ύλης (χλγ/στρέμμα) και ποσοστό
χρησιμοποίησης της βλάστησης στην περιοχή του όρους Όθρυς.
Η έκταση της περιοχής
μελέτης στο όρος Όθρυς είναι 12.700 στρέμματα. Από τα δεδομένα του πίνακα 22
προκύπτει ότι ο βιότοπος του πρινώνα καλύπτει τη μεγαλύτερη έκταση της περιοχής
μελέτης και τη μικρότερη ο βιότοπος της φτέρης. Στην περιοχή βόσκουν συνολικά
2.000 αιγοπρόβατα, 2.200 βοοειδή και 1.000 γουρούνια. Τα μισά περίπου
αιγοπρόβατα βόσκουν στα ποολίβαδα και τα υπόλοιπα στις θέσεις όπου επικρατεί η
φτέρη και το πουρνάρι. Το 12 % των βοοειδών και το 9 % των γουρουνιών
χρησιμοποιούν τα ποολίβαδα, ενώ τα υπόλοιπα περιορίζονται στις χαμηλότερες
υψομετρικά θέσεις. Η περίοδος βόσκησης κυμαίνεται από 7 ως 10 μήνες ετησίως και
εξαρτάται κυρίως από τις κλιματικές συνθήκες και τη διάρκεια του χειμώνα. Κατά
τη διάρκεια των χειμερινών μηνών τα ζώα τρέφονται με συγκομιζόμενες τροφές και
τροφές του εμπορίου, οι οποίες υπολογίζεται ότι καλύπτουν το 25 % περίπου, των
ετήσιων αναγκών διατροφής των ζώων. Πίνακας 22. Παράμετροι βόσκησης των βιότοπων στην περιοχή μελέτης του
όρους Όθρυς.
4.2. Περιοχή κεντρικής
Πίνδου Από τα δεδομένα του
πίνακα 23 προκύπτει ότι τη μεγαλύτερη παραγωγή βοσκήσιμης ύλης στην περιοχή της
κεντρικής Πίνδου είχε ο βιότοπος των αλπικών ποολίβαδων (237 χλγ/στρέμμα), ενώ
τη μικρότερη ο βιότοπος ‘σάρες’ (65 χλγ/στρέμμα) λόγω της μικρής φυτοκάλυψης
του εδάφους. Η παραγωγή βοσκήσιμης ύλης για το βιότοπο του άρκευθου ήταν 174
χλγ/στρέμμα, ενώ για το βιότοπο της φτέρης (124 χλγ/στρέμμα). Στην παραγωγή
αυτή περιλαμβάνεται και η βοσκήσιμη ύλη του άρκευθου, η οποία καταναλώνεται
κυρίως από τα γίδια. Η υψηλή ανταγωνιστική ικανότητα της φτέρης είχε ως
αποτέλεσμα τη μείωση της παραγόμενης ποσότητας βοσκήσιμης ύλης. Το ποσοστό
χρησιμοποίησης της βοσκήσιμης ύλης κυμάνθηκε από 51,9 % (αλπικά ποολίβαδα) μέχρι 64,9 % (σάρες).
Στους βιότοπους του άρκευθου και της φτέρης τα ποσοστά χρησιμοποίησης της
βλάστησης ήταν 59,2 και 63,7 % αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι οι
βιότοποι της φτέρης και της ‘σάρας’ ήταν κάτω από συνθήκες έντονης βόσκησης
εξαιτίας του χαμηλότερου παραγωγικού δυναμικού τους, ενώ οι άλλοι βιότοποι ήταν
κάτω από συνθήκες μέτριας έντασης βόσκησης. Πίνακας 23. Παραγωγή βοσκήσιμης ύλης (χλγ/στρέμμα) στους βιότοπους της
περιοχής μελέτης της κεντρικής Πίνδου και ποσοστό χρησιμοποίησής της.
Η συνολική έκταση
της περιοχής μελέτης στην κεντρική Πίνδο ανέρχεται στα 4.550 στρέμματα (Πίνακας
24). Από την έκταση αυτή, το 54,9% καταλαμβάνουν τα αλπικά ποολίβαδα, ενώ το
υπόλοιπο ποσοστό καταλαμβάνεται από τους άλλους βιότοπους. Σε όλη την έκταση
βόσκουν 920 πρόβατα, 745 γίδια και 200 βοοειδή. Τα ζώα χρησιμοποιούν όλη την
έκταση για μία περίοδο 7 – 8 μηνών ετησίως. Τα περισσότερα βοοειδή (160 ζώα)
και τα 2/3 των αιγοπροβάτων χρησιμοποιούν ως επί το πλείστον τα ποολίβαδα. Το
15 % περίπου, της ετήσιας τροφής των ζώων παρέχεται από τους κτηνοτρόφους. Πίνακας 24. Παράμετροι βόσκησης των βιότοπων της περιοχής μελέτης της
κεντρικής Πίνδου.
4.3. Περιοχή όρους Ολύμπου Από τα δεδομένα του
πίνακα 25 προκύπτει ότι τα αλπικά ποολίβαδα στην περιοχή μελέτης στο όρος Όλυμπος είχαν τη μεγαλύτερη
παραγωγή βοσκήσιμης ύλης (281 χλγ/στρέμμα,) ενώ τη μικρότερη ο βιότοπος της
φτέρης (65 χλγ/στρέμμα). Στο βιότοπο του πρινώνα, η παραγωγή βοσκήσιμης ύλης
ήταν 120 χλγ/στρέμμα σχεδόν διπλάσια από αυτή του βιότοπου της φτέρης εξαιτίας
της συμμετοχής της βοσκήσιμης ύλης του πουρναριού. Τα ποσοστά χρησιμοποίησης
της βλάστησης ήταν 58 % για τα ποολίβαδα και 67,5 και 69,2 % για τον πρινώνα
και τη φτέρη αντίστοιχα. Τα ποσοστά για τις δύο χαμηλότερες υψομετρικά ζώνες
(πρινώνας και φτέρη) θεωρούνται υψηλά και για τα ποολίβαδα σχεδόν κανονικό. Πίνακας 25. Παραγωγή βοσκήσιμης ύλης (χλγ/στρέμμα) στους βιότοπους της
περιοχής μελέτης του Ολύμπου και ποσοστό χρησιμοποίησής.
Η συνολική έκταση
της περιοχής μελέτης του όρους Ολύμπου ανέρχεται σε 10.520 στρέμματα (Πίν. 26).
Ο βιότοπος του πρινώνα καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση που αντιστοιχεί στο
45,8% της συνολικής έκτασης της περιοχής μελέτης, των αλπικών ποολίβαδων 31,8%
και της φτέρης 22,3%. Σε όλη την έκταση βόσκουν 4.000 αιγοπρόβατα και 560
βοοειδή για μία περίοδο που κυμαίνεται από 6 – 9 μήνες ετησίως. Τα βοοειδή (90%
περίπου του συνόλου των ζώων) χρησιμοποιούν ως επί το πλείστον τα ποολίβαδα,
ενώ τα αιγοπρόβατα τις χαμηλότερες υψομετρικά θέσεις (πρινώνας – φτέρη). Μόνο
500 περίπου αιγοπρόβατα εκτιμάται ότι βόσκουν στα ποολίβαδα. Το 30% της ετήσιας
τροφής των ζώων παρέχεται από τους κτηνοτρόφους. Πίνακας 26. Παράμετροι βόσκησης των
βιότοπων στην περιοχή μελέτης του όρους Όλυμπος.
Από τα αποτελέσματα της μελέτης μας
προέκυψε ότι ο βιότοπος των αλπικών ποολίβαδων στις περιοχές μελέτης είχε το
μεγαλύτερο παραγωγικό δυναμικό σε σύγκριση με τους άλλους βιότοπους. Αυτό
προκύπτει από την παραγωγή του αβόσκητου τμήματος (κλωβοί) και το μικρό
συγκριτικά ποσοστό χρησιμοποίησης της βοσκήσιμης ύλης τους. Η διαθέσιμη
ποσότητα βοσκήσιμης ύλης για τα θηράματα ήταν μεγαλύτερη σε σύγκριση με τους
άλλους βιότοπους. Τα αποτελέσματα αυτά σε συνδυασμό με το ότι η βοσκοφόρτωσή
τους υπερέβαινε ελάχιστα τη βοσκοϊκανότητα του βιότοπου, μας οδηγούν στο
συμπέρασμα ότι ο βιότοπος ήταν υπό συνθήκες μέτριας έντασης βόσκησης. Εξαίρεση
αποτελεί ο βιότοπος των αλπικών ποολίβαδων της περιοχής του όρους Όθρυς, ο
οποίος είχε μικρότερο παραγωγικό δυναμικό και υψηλότερο ποσοστό χρησιμοποίησης.
Αυτό μπορεί να οφείλεται στην επίδραση της μακροχρόνιας και έντονης βόσκησής
του από μεγάλο αριθμό ζώων, δεδομένου ότι η βοσκοφόρτωσή του ήταν τριπλάσια της
βοσκοϊκανότητάς του. Οι βιότοποι του άρκευθου και της φτέρης στις περιοχές
μελέτης είχαν χαμηλό παραγωγικό δυναμικό, υψηλό ποσοστό χρησιμοποίησης της
βλάστησης και η βοσκοφόρτωσή τους υπερέβαινε κατά πολύ τη βοσκοϊκανότητά τους.
Αυτό αποδεικνύει ότι οι βιότοποι αυτοί βρίσκονται κάτω από συνθήκες έντονης
βόσκησης. Η διαθέσιμη ποσότητα βοσκήσιμης ύλης τους για τα θηράματα ήταν μικρή,
δεδομένου ότι η βοσκήσιμη ύλη των θάμνων δε χρησιμοποιείται από αυτά. ΚΕΦ.6. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΦΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΠΟΥ ΤΡΕΦΕΤΑΙ Ο
ΛΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΟΡΕΙΝΗ ΠΕΡΔΙΚΑ Στο κεφάλαιο αυτό
αναφέρονται τα φυτικά είδη που προτιμήθηκαν από το λαγό ή συμμετείχαν στη
σύνθεση της τροφής του λαγού και της ορεινής πέρδικας σε σχετικά υψηλά ποσοστά
και στις τρεις περιοχές μελέτης όπως προέκυψαν από τα αποτελέσματά μας.
Αναφέρονται επίσης ορισμένα οικολογικά και οικονομικά χαρακτηριστικά αυτών, τα
οποία έχουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση και την ανάπτυξη των βιότοπων των
θηραματικών ζώων και παρατίθενται φωτογραφίες για τα περισσότερα από αυτά. 6.1. Φυτικά είδη που προτιμήθηκαν από το λαγό 1. AGROSTIS ALBA
Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Agrostis alba Κοινό όνομα: Άγρωστις η λευκή Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 2. ANTHOXANTHUM ODORATUM (Φωτ. 1) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Anthoxanthum odoratum Κοινό όνομα: Ανθόξανθο το εύοσμο Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 3. AVENA STERILIS (Φωτ.2) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Avena sterilis Κοινό όνομα: Αβένα η άγονος Διάρκεια ζωής: Ετήσιο Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Χαμηλή ζώνη (0 – Λιβαδοπονική αξία: Καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 4. BRACHYPODIUM SYLVATICUM (Φωτ. 3) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Brachypodium sylvaticum Κοινό όνομα: Βραχυπόδιο το δασικό Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Βρίσκεται μέσα σε δάση, θάμνους σ’
όλη την Ελλάδα Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 5. CYNOSURUS CRISTATUS (Φωτ. 4) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Cynosurus cristatus Κοινό όνομα: Κυνοσούρα η λοφωτή Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 6. KOELERIA CRISTATA (Φωτ. 5) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Koeleria cristata Κοινό όνομα: Κοϊλέρια η λοφωτή Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 7. LOLIUM PERENNE (Φωτ. 6) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Lolium perenne Κοινό όνομα: Λόλιο το πολυετές Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Πολύ καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 8. MELICA CILIATA (Φωτ. 7) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Melica ciliata Κοινό όνομα: Μελίκη η βλεφαριδωτή Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 9. PHLEUM PRATENSE (Φωτ. 8) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Phleum montanum Κοινό όνομα: Φλέος ο ορεινός Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Ορεινή (600 – Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 10. POA BULBOSA (Φωτ. 9) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Poa bulbosa Κοινό όνομα: Πόα η βολβώδης Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Χαμηλή και ορεινή (0- Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Πολύ μικρή 11. TRISETUM FLAVESCENS (Φωτ. 10) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Trisetum flavescens Κοινό όνομα: Τρισέτο το κίτρινο Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Πολύ καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 6.2. Φυτικά είδη που συμμετείχαν με
υψηλά ποσοστά στη σύνθεση της τροφής του λαγού 1. AGROSTIS CANINA (Φωτ. 11) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Agrostis canina Κοινό όνομα: Άγρωστις του κυνός Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Ορεινή και αλπική Λιβαδοπονική αξία: Καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 2. BRACHYPODIUM PINNATUM (Φωτ. 12) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Brachypodium pinnatum Κοινό όνομα: Βραχυπόδιο το φτερωτό Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από το υψόμετρο των Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 3. CYNODON DACTYLON (Φωτ. 13) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Cynodon dactylon Κοινό όνομα: Αγριάδα Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Άνοιξη και καλοκαίρι Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Πολύ καλό λιβαδικό φυτό
Ανταγωνιστική ικανότητα: Πολύ
μεγάλη 4. EUPHORBIA MYRSINITES (Φωτ. 14) Οικογένεια: Euphorbiaceae Όνομα είδους: Agrostis alba Κοινό όνομα: Ευφόρβια η μυρσινίτης Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Όρεινή και αλπική (πάνω από Λιβαδοπονική αξία: Μικρή Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 5. FESTUCA VALESIACA (Φωτ. 15) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Festuca valesiaca Κοινό όνομα: Φεστούκα η ισχυρά Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την αλπική Λιβαδοπονική αξία: Πολύ καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 6. PLANTAGO LANCEOLATA (Φωτ. 16) Οικογένεια: Plantaginaceae Όνομα είδους: Plantago
lanceolata alba Κοινό όνομα: Πλαντάγον το λογχοειδές Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Χαμηλή και ορεινή (μέχρι Λιβαδοπονική αξία: Καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 7. POTENTILLA RECTA (Φωτ. 17) Οικογένεια: Rosaceae Όνομα είδους: Potentilla recta Κοινό όνομα: Ποτεντίλα η όρθια Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Μικρή Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 8. PRUNELLA LACINIATA (Φωτ. 18) Οικογένεια: Labiatae Όνομα είδους: Prunella laciniata Κοινό όνομα: Προυνέλλα η λευκή Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την ορεινή ( Λιβαδοπονική αξία: Πολύ μικρή Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 9. SCABIOSA WEBBIANA Οικογένεια: Dipsacaceae Όνομα είδους: Scabiosa webbiana Κοινό όνομα: Σκαβιόζα η Βεμπιάνειος Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Μικρή Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 6.3.
Φυτικά είδη που συμμετείχαν με υψηλά ποσοστά στη σύνθεση της δίαιτας της
ορεινής πέρδικας 6.3.1. Ψυχανθή 1. MEDICAGO LUPULINA (Φωτ. 19) Οικογένεια: Papilionaceae (Fabaceae) Ψυχανθή Όνομα είδους: Medicago lupulina Κοινό όνομα: Μηδική η λουπουλίνα Διάρκεια ζωής: Ετήσιο ή διετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι τα Λιβαδοπονική αξία: Πολύ καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 3. MEDICAGO MINIMA Οικογένεια: Papilionaceae (Fabaceae) Ψυχανθή Όνομα είδους: Medicago minima Κοινό όνομα: Μηδική η ελάχιστη Διάρκεια ζωής: Ετήσιο Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι το
υψόμετρο των Λιβαδοπονική αξία: Καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 5. TRIFOLIUM CAMPESTRE (Φωτ. 21) Οικογένεια: Papilionaceae (Fabaceae) Ψυχανθή Όνομα είδους: Trifolium campestre Κοινό όνομα: Τριφύλλι το πεδινό Διάρκεια ζωής: Ετήσιο Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι το
υψόμετρο των Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 6. TRIFOLIUM MONTANUM Οικογένεια: Papilionaceae (Fabaceae) Ψυχανθή Όνομα είδους: Trifolium montanum Κοινό όνομα: Τριφύλλι το ορεινό Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Ορεινή (800 - Λιβαδοπονική αξία: Πολύ καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 7. TRIFOLIUM PHYSODES (Φωτ. 22) Οικογένεια: Papilionaceae (Fabaceae) Ψυχανθή Όνομα είδους: Trifolium physodes Κοινό όνομα: Τριφύλλι το φουσκωτό Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Πολύ καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μεγάλη 8. TRIFOLIUM PRATENSE (Φωτ. 23) Οικογένεια: Papilionaceae (Fabaceae) Ψυχανθή Όνομα είδους: Trifolium pratense Κοινό όνομα: Τριφύλλι το λειμώνιο Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Πολύ καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μεγάλη 8. TRIFOLIUM REPENS (Φωτ. 24) Οικογένεια: Papilionaceae (Fabaceae) Ψυχανθή Όνομα είδους: Trifolium repens Κοινό όνομα: Τριφύλλι το έρπων Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Πολύ καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μεγάλη 6.3.2. Αγρωστώδη 1. BROMUS ERECTUS (Φωτ. 25) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Bromus erectus Κοινό όνομα: Βρόμος ο ορθοφυής Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Αλπική (πάνω από Λιβαδοπονική αξία: Καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 2. BROMUS MOLLIS (Φωτ. 26) Οικογένεια: Graminae (Poaceae) Αγρωστώδη Όνομα είδους: Bromus mollis Κοινό όνομα: Βρόμος ο μαλακός Διάρκεια ζωής: Ετήσιο ή διετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι και την
αλπική Λιβαδοπονική αξία: Καλό λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 6.3.3. Άλλες οικογένειες 1. ALYSSUM CHALCIDICUM (Φωτ. 27) Οικογένεια: Cruciferae Όνομα είδους: Alyssum chalcidicum Κοινό όνομα: Άλυσσον της Χαλκιδικής Διάρκεια ζωής: Διετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Χαμηλή μέχρι Λιβαδοπονική αξία: Μικρή Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 2. DAPHNE OLEOIDES (Φωτ. 28) Οικογένεια: Thymelaceae Όνομα είδους: Daphne oleoides Κοινό όνομα: Δάφνη ή ελαιοειδής Διάρκεια ζωής: Πολυετές, θαμνώδες Εποχή ανάπτυξης: Άνοιξη και καλοκαίρι Ζώνη εξάπλωσης: Αλπική (πάνω από Λιβαδοπονική αξία: Μικρή Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 3. HIERACIUM HOPPEANUM Οικογένεια: Compositae Όνομα είδους: Hieracium hoppeanum Κοινό όνομα: Ιεράκιον το Χοππεάνειον της
Χαλκιδικής Διάρκεια ζωής: Διετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι το
υψόμετρο των Λιβαδοπονική αξία: Μικρή Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή 4. JUNIPERUS OXYCEDRUS (Φωτ. 29) Οικογένεια: Cupressaceae Όνομα είδους: Juniperus oxycedrus Κοινό όνομα: Άρκευθος Διάρκεια ζωής: Πολυετές, θαμνώδες Εποχή ανάπτυξης: Άνοιξη και καλοκαίρι Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι το
υψόμετρο των Λιβαδοπονική αξία: Μικρή Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 5. MINUARTIA VERNA (Φωτ. 30) Οικογένεια: Caryophyllaceae Όνομα είδους: Minuartia verna Κοινό όνομα: Μινουάρτια η εαρινή Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Αλπική (πάνω από Λιβαδοπονική αξία: Μέτριο λιβαδικό φυτό Ανταγωνιστική ικανότητα: Μέτρια 6. SEDUM AMPLEXICAULIS Οικογένεια: Crassulaceae Όνομα είδους: Sedum amplexicaulis Κοινό όνομα: Σέδον το περίβλαστο Διάρκεια ζωής: Πολυετές Εποχή ανάπτυξης: Χειμώνας (Ψυχρόβιο) Ζώνη εξάπλωσης: Από την παραθαλάσσια μέχρι την αλπική Λιβαδοπονική αξία: Μικρή Ανταγωνιστική ικανότητα: Μικρή ΚΕΦ. 7.
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ Οι βιότοποι του λαγού
(πρινώνας, άρκευθος, φτέρη) σ’ όλες τις περιοχές μελέτης είναι υπερβοσκημένοι
εξαιτίας μακροχρόνιας και έντονης βόσκησης από τα αγροτικά ζώα. Οι επιπτώσεις
των συνθηκών βόσκησης στους βιότοπους αυτούς είναι η μικρή ποσότητα διαθέσιμης
βοσκήσιμης ύλης και η μικρή συμμετοχή στη σύνθεση της βλάστησης των αγρωστωδών
ειδών με τα οποία κυρίως τρέφεται ο λαγός. Το καλοκαίρι η διατροφή του λαγού
κατά το μεγαλύτερο μέρος της προέρχεται από τα αγρωστώδη γιατί τα είδη αυτά δίνουν
τη μεγαλύτερη ποσότητα βοσκήσιμης ύλης. Το φθινόπωρο υπάρχει μικρή ποσότητα
βοσκήσιμης ύλης από τα είδη αυτά και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή των
διατροφικών συνθηκών του λαγού ο οποίος τρέφεται εξίσου με αγρωστώδη και
πλατύφυλλα. Η βελτίωση των βιότοπων
αυτών με σπορά αγρωστωδών ειδών για τα οποία ο λαγός δείχνει υψηλή προτίμηση θα
συμβάλλει στην καλύτερη διατροφή των πληθυσμών που υπάρχουν αλλά ακόμη και στην
αύξηση του μεγέθους των πληθυσμών του. Τα είδη που θα επιλεγούν για σπορά είναι
αυτά που έχουν σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης μας υψηλό δείκτη
προτίμησης, όπως τα είδη Lolium perenne, Cynosurus cristatus, Trisetum flavescens, Anthoxanthum odoratum, Phleum pratense, Agrostis alba, Brachypodium sylvaticum και B. pinnatum. Επειδή πολλά από τα είδη αυτά όπως
αναφέρεται στο Κεφάλαιο 6 έχουν μικρή ανταγωνιστική ικανότητα θα πρέπει να
σπαρθούν είδη φυτών υψηλής θρεπτικής αξίας και ανταγωνιστικής ικανότητας για τα
οποία υπάρχουν διαθέσιμες ποσότητες στο εμπόριο. Οι βιότοποι της ορεινής
πέρδικας (αλπικά ποολίβαδα) σ’ όλες τις περιοχές μελέτης είναι σε καλή λιβαδική
κατάσταση γιατί δέχονται μακροχρόνια μέτριας έντασης βόσκηση από τα αγροτικά
ζώα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διαθέτουν αρκετή ποσότητα βοσκήσιμης ύλης στην
οποία όμως η συμμετοχή στη σύνθεση της βλάστησης των φυτών της οικογένειας των
ψυχανθών είναι μικρή. Από τα αποτελέσματα της μελέτης μας προέκυψε ότι η ορεινή
πέρδικα τρέφεται το φθινόπωρο κυρίως με σπόρους αλλά και φύλλα και βλαστούς
ψυχανθών. Η μικρή διαθεσιμότητα των ψυχανθών ειδών στους βιότοπους των αλπικών
ποολίβαδων είναι ίσως η κύρια αιτία για τη μετακίνηση της ορεινής πέρδικας σε
χαμηλότερους υψομετρικά βιότοπους (πρινώνας, άρκευθος, φτέρη) όπου τα είδη αυτά
υπάρχουν σε μεγαλύτερη αφθονία, δηλαδή η ορεινή πέρδικα χρησιμοποιεί εν μέρει
τους βιότοπους του λαγού. Οι διαφορετικές προτιμήσεις που έχουν τα δύο αυτά
θηραματικά είδη επιτρέπουν τη συνύπαρξή τους στους βιότοπους αυτούς, χωρίς να
αναπτύσσεται μεταξύ τους ανταγωνιστική συμπεριφορά τουλάχιστον ως προς την
τροφή. Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει στη χρησιμοποίηση χαμηλότερων
υψομετρικά βιότοπων κατά την άνοιξη στην περιοχή του Ολύμπου είναι οι δυσμενείς
κλιματικές συνθήκες που καθυστερούν την έναρξη της βλαστικής περιόδου στο
βιότοπο των αλπικών ποολίβαδων. Η σπορά ειδών της οικογένειας των ψυχανθών σε
όλους τους βιότοπους θα συμβάλλει στη καλύτερη διατροφή των πληθυσμών που
υπάρχουν και στην αύξηση του μεγέθους των πληθυσμών τους. τα είδη που θα
επιλεγούν για σπορά είναι πολυετή είδη του γένους Medicago και Trifolium με υψηλή ανταγωνιστική ικανότητα,
όπως προκύπτει από τα στοιχεία της μελέτης μας, π.χ. Medicago lupulina, Trifolium pratense, Trifolium repens, Trifolium physodes κ.ά.. Οι πολύ μικροί πληθυσμοί
λαγού και ορεινής πέρδικας που υπάρχουν στην περιοχή του όρους Όθρυς θα
μπορούσε να οφείλεται σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης μας κατά κύριο
λόγο στην έλλειψη επαρκούς ποσότητας τροφής για αυτά τα δύο θηραματικά είδη,
δεδομένου ότι οι βιότοποι της περιοχής αυτής είναι οι περισσότερο
υποβαθμισμένοι. Η μετακίνηση του λαγού στα αλπικά ποολίβαδα της κεντρικής
Πίνδου οφείλεται στο μικρό μέγεθος των βιότοπων και στο ότι οι βιότοποι της
περιοχής γειτνιάζουν γεγονός που επιτρέπει την εύκολη μετακίνηση του λαγού από
τον ένα βιότοπο στον άλλον. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Holechek J. L. and B. D. Gross.
1982. Evaluation of different calculation procedures
for microhistological analysis. J. Range Manage. 35:721-723. Καρμίρης Η., Ζ. Κούκουρα, Γ.
Χριστοδούλου και Ε. Καρμίρης. 2004. Τροφικές προτιμήσεις του Ευρωπαϊκού λαγού (Lepus europaeus) σε περιοχή των Αγράφων πάνω από τα
δασοόρια το καλοκαίρι. 4ο Πανελλήνιο Λιβαδοπονικό Συνέδριο, 10 -12
Νοεμβρίου 2004, Βόλος. Κούκουρα Ζ. 2003. Τα σπουδαιότερα λιβαδικά φυτά της
Ελλάδας Υπηρεσία Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη. Νάστης Α. Σ. 1995. Σημειώσεις
Διατροφής Ζώων στα Λιβάδια. Υπηρεσία Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη. Νάστης
Α. Σ. και Κ. Ν. Τσιουβάρας. 1991. Διαχείριση και Βελτίωση Λιβαδιών. Υπηρεσία
Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη. Παπαναστάσης Β. Π. και Β. Ι.
Νοϊτσάκης. 1992. Λιβαδική οικολογία. Εκδόσεις Γιαχούδη – Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη.
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||