Welcome in Greece Welcome in Greece

 

Welcome in Greece



ΑρχικήInitial ΠίσωBack

Καλαμοκανάς, Ιμαντόπους, Καλαμοζάμπης (Himantopus himantopus) ...
.



Kαλαμοκαναδες ένα πολύ όμορφο ντοκυμαντέρ του Δημήτρη Μακρυγιάννη

Βιότοπος καλαμοκαναδες Παρυδάτιο ασπρόμαυρο πουλί (43 εκ.), με πολύ μακριά κόκκινα πόδια τα οποία προεξέχουν πολύ από την ουρά κατά την πτήση. Άσπρο χρώμα έχει στο στήθος στην κοιλιά και στην ουρά, ενώ μαύρη είναι η ράχη και οι φτερούγες. Χαρακτηριστικά επίσης είναι το μακρύ μαύρο ράμφος του και το τριγωνικό σχήμα των φτερούγων κατά την πτήση. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μινιατούρα πελαργού λόγω της χρωματικής ομοιότητας του μ’ αυτόν. Ο Καλομακανάς είναι μεταναστευτικό είδος, διαδεδομένος καλοκαιρινός επισκέπτης στην Ελλάδα από Μάρτιο μέχρι τον Σεπτέμβρη. Αναπαράγεται σε υγρότοπους με ρηχά νερά, συχνά σε αλμυρόβαλτους, αλυκές, ρηχά έλη. Φωλιάζει συχνά σε αραιές αποικίες, ακόμα και σε υγρότοπους άν δεν παρενοχλείται.

Η επιστημονική ονομασία himantopus, είναι ελληνική (ιμάντας + πους) και συσχετίζεται, όπως και η λαϊκή ονομασία καλαμοκανάς με τα λεπτά σαν ιμάντες ή σαν καλάμια πόδια του πτηνού.

Τρέφετε κυρίως με έντομα και είναι ανήσυχος όταν φωλιάζει.

Ο Καλαμοκανάς αναπαράγεται σε επίπεδους ανοιχτούς χώρους και σε ρηχούς υγροτόπους με θαλασσινό ή υφάλμυρο νερό που βρίσκονται σε νησιά, χερσονησίδες, ή γυμνές παρυφές από άμμο, λάσπη ή αργιλώδες έδαφος, κοντά στο επίπεδο του νερού. Κατάλληλοι οικότοποι περιλαμβάνουν, επίσης, έλη και βάλτους, παρυφές ρηχών λιμνών, κοίτες ποταμών, πλημμυρισμένα χωράφια (del Hoyo et al. 1996), αρδευόμενες περιοχές (Snow και Perrins 1998), λιμνάζοντα νερά των αποχετεύσεων (del Hoyo et al. 1996) και μικρές λίμνες με ψάρια (Snow και Perrins 1998). Το είδος μπορεί, επίσης, να φωλιάσει γύρω από αλκαλικές και σε μεγάλο υψόμετρο (ορεινές) λίμνες, (del Hoyo et al. 1996) ή σε πιο αλμυρά περιβάλλοντα, όπως τα δέλτα ποταμών, οι εκβολές τους (Snow και Perrins 1998), παράκτιες λιμνοθάλασσες (Johnsgard 1981, Snow και Perrins 1998) και, σε ρηχές παράκτιες λιμνούλες με εκτεταμένα λασπώδη σημεία, αλίπεδα (Johnsgard 1981), αλυκές, παράκτια έλη (del Hoyo et al. 1996) και βάλτους (Snow και Perrins 1998).

Εκτός περιόδου αναπαραγωγής, το είδος καταλαμβάνει τις παρυφές των μεγάλων υδάτινων οικοσυστημάτων στις εκβολές ποταμών και των παρακτίων θέσεων (del Hoyo et al. 1996). Τέτοια είναι, τα δέλτα των ποταμών (Snow και Perrins 1998), οι παράκτιες λιμνοθάλασσες (Johnsgard 1981, Snow και Perrins 1998) και οι ρηχοί νερόλακκοι με γλυκά ή υφάλμυρα νερά σε εκτεταμένες λασπώδεις περιοχές, αλίπεδα (Johnsgard 1981), αλυκές, παράκτια έλη (del Hoyo et al. 1996) και βάλτοι

Ο Καλαμοκανάς είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα παρυδάτια πτηνά και, με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο φτέρωμα και τους, επίσης χαρακτηριστικούς, μακρούς ταρσούς του, δύσκολα συγχέεται με άλλο είδος. Από μακριά, δίνει την εντύπωση μικρού Πελαργού. Τα ενήλικα πουλιά, έχουν ομοιόμορφη χαρακτηριστική «ενδυμασία», στην οποία δεσπόζει η αντίθεση μεταξύ λευκού και μαύρου χρώματος.

Τα αρσενικά διαφέρουν από τα θηλυκά, αυτό όμως είναι έκδηλο κυρίως στο καλοκαιρινό τους φτέρωμα. Η πλάτη είναι μαύρη, συχνά με μία πρασινωπή γυαλιστερή απόχρωση, ενώ η κορυφή του κεφαλιού είναι μαυριδερή το καλοκαίρι και λευκή το χειμώνα. Οι πλάτες των θηλυκών είναι μαυριδερές, αλλά έχουν καφέ απόχρωση, σε αντίθεση με τα μαύρα πρωτεύοντα ερετικά, ενώ τείνουν να έχουν λιγότερο μαύρο στο κεφάλι και το λαιμό όλο το χρόνο, χωρίς αυτή η διαφορά να είναι πάντοτε ξεκάθαρη.

Οι πτέρυγες είναι μαύρες και στις δύο επιφάνειές τους και ξεχωρίζουν κατά την πτήση, όπως και η θέση των μακριών ποδιών που, το πτηνό τα κρατάει τουλάχιστον 18 εκατοστά πίσω από την ουρά

Οι πολύ μακροί ταρσοί είναι και στα δύο φύλα έντονοι ρόζ που, σε συνδυασμό με το μακρύ, μαύρο και ίσιο ράμφος, διαφοροποιούν τον Καλαμοκανά από την Αβοκέτα, που ζεί σε παρόμοιους οικοτόπους. Το πόδι του Καλαμοκανά έχει 3 δακτύλους σε αντίθεση με τους 4 της Αβοκέτας. [17] Η ίριδα του ματιού είναι κοκκινωπή και, τα πουλιά συνήθως φέρουν μία αχνή μαυριδερή κηλίδα πίσω από τον οφθαλμό. Τα νεαρά, που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει το τελικό τους φτέρωμα, μοιάζουν με τα θηλυκά, αλλά με γκρίζο-καφέ χρωματισμό στο κεφάλι και το λαιμό. [18]

Μήκος σώματος: (33-)36 έως 38 (-40) εκατοστά.
Άνοιγμα πτερύγων: 67 έως 85 εκατοστά. [19]
Μήκος ράμφους: 6-7 εκατοστά, κατά μέσον όρο.

Οι αναπαραγόμενοι πληθυσμοί του Καλαμοκανά βρίσκονται σε σταθερό ή και ελαφρά ανοδικό επίπεδο, παρόλο που δεν υπάρχουν στοιχεία για πολλές περιοχές φωλιάσματος. [35] Πάντως, οι μεγαλύτεροι ευρωπαϊκοί αναπαραγόμενοι πληθυσμοί βρίσκονται στην Ισπανία και τη Ρωσία.

Στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ιστορική κατανομή του είδους, αλλά κάποτε φώλιαζε στη λίμνη Κάρλα, που κατόπιν είχε αποξηρανθεί. Σήμερα, οι ελληνικοί πληθυσμοί εμφανίζουν σαφείς καθοδικές τάσεις, κυρίως στους παραδοσιακά μεγάλους υγροτόπους (Έβρος, Μεσολόγγι, κ.α.). Το είδος απειλείται κυρίως από την αποξήρανση και την εκμετάλλευση των υγροτόπων του, αλλά και από το παράνομο κυνήγι σε μικρότερο βαθμό. Για την προστασία του απαιτούνται, η λεπτομερής καταγραφή του αναπαραγόμενου πληθυσμού, η μελέτη της οικολογίας του και η διατήρηση ικανού μεγέθους εκτάσεων με ρηχά νερά, υγρολίβαδα, κ.ο.κ.

Ειδικά για τον ελλαδικό χώρο, ο Καλαμοκανάς κατατάσσεται στην κατηγορία Τρωτά (Vulnerable, VU).

Tο είδος αναπαράγεται μοναχικά ή σε χαλαρές αποικίες των 2-50 ατόμων, αν και περιστασιακά, μπορεί να φωλιάζουν μαζί έως και αρκετές εκατοντάδες ζεύγη. Προτιμώνται οι περιοχές με ανοικτό ορίζοντα, για την καλύτερη επισκόπηση του χώρου. Η περίοδος αναπαραγωγής στην Ευρώπη, ξεκινάει στα μέσα Απριλίου στο νότο, αλλά, ανάλογα με τις γωγραφικές και κλιματικές συνθήκες, μπορεί να ξεκινήσει από τα μέσα Μαΐου και να φθάσει μέχρι τα τέλη Ιουνίου.

Η φωλιά είναι ένα απλό βαθούλωμα στο έδαφος κοντά στο νερό, [28] αλλά μπορεί και να κατασκευαστεί πάνω σε φυτικό υλικό μέσα στο νερό -συνήθως ρηχό- εν είδει πλωτής πλατφόρμας.

Η γέννα αποτελείται από 4 αυγά, κάποιες φορές 3, σπανιότερα 5 αυγά, που μοιάζουν με εκείνα της Αβοκέτας. Η επώαση πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα και, διαρκεί 22-25 ημέρες. Οι νεοσσοί επιτηρούνται στενά από τους γονείς και, πολύ σύντομα τρέφονται μόνοι τους, ενώ ανεξαρτητοποιούνται στις 28-32 ημέρες, περίπου.

Στην Ελλάδα, ο Καλαμοκανάς φωλιάζει σε υγροτόπους τής ηπειρωτικής χώρας, κυρίως, με ελάχιστα ίσως ζευγάρια σε κάποια νησιά.


.

Top

© Giorgio Peppas



Welcome in Greece