Welcome in Greece Welcome in Greece

 

ΠίσωInitial ΠίσωBack ΠίσωUpLander

Ο λαγοπόδης των Άλπεων (Lagopus mutus)



Τάξη Ορνιθόμορφα (Galliformes)
Οικογένεια - Τετραονίδαι (Tetraonidae

Βαθιά ησυχία βασιλεύει παντού , μα ξαφνικά το χιονάτο σεντόνι μοιάζει να βουλιάζει κάτω απ' τα πόδια του ανθρώπου.
Για μια στιγμή , φοβάται ότι θα γκρεμιστεί σε κάποια χαράδρα, οπότε βλέπει να τινάζεται γύρω του ένα κοπάδι υπέροχων λευκών πουλιών! λαγόποδες , που απόφευγαν το κρύο, θαμμένοι κάτω απ' το χιόνι!.
H oνομασία του οφείλεται στο γεγονός ότι μακριά φτερά καλύπτουν τα πόδια του απομονώνοντας τις πατούσες του από το κρύο και βελτιώνοντας τη σταθερότητα του βαδίσματος του στο μαλακό χιόνι , χωρίς να βουλιάζει.

Ονομάζεται επίσης βουνοχιονόκοτα επειδή ζει στην πραγματικότητα μέσα στο χιόνι , ειδικά αφού τα ενδιαιτήματα της είναι καλυμμένα από χιόνι πολλούς μήνες του έτους .

Όνομα του γένους του βουνοχιονόκοτα του, Lagopus, προέρχεται από την αρχαία ελληνική Λάγκος (λαγως), που σημαίνει "λαγός", + ποδός (πους), «πόδι», σε σχέση με φτερωτά πόδια του πουλιού.
Το όνομα του είδους, Μούτα, προέρχεται από την λατινική και σημαίνει "mute", αναφερόμενος στο απλό τραγούδι croaking του αρσενικού.
Η λέξη βουνοχιονόκοτα προέρχεται από την Scottish Gaelic tΰrmachan, κυριολεκτικά κρώζων

Είναι ένα απομονωμένο υποείδος που ζει μόνο στις Ευρωπαϊκές Άλπεις ειδικά στα σύνορα Ιταλίας Γαλλίας, Ελβετίας , Αυστρίας.

H oνομασία του οφείλεται στο γεγονός ότι μακριά φτερά καλύπτουν τα πόδια του απομονώνοντας τις πατούσες του από το κρύο και βελτιώνοντας τη σταθερότητα του βαδίσματος του στο μαλακό χιόνι , χωρίς να βουλιάζει. Oι τρεις αλλαγές φτερώματος όχι μόνο του εξασφαλίζουν την πιό τέλεια απομίμηση με το περιβάλλον, επιτρέποντας του να ξεφεύγει απο το οξύ βλέμμα των αρπακτικών, αλλά αντιπροσωπεύουν ακόμη και μια προσαρμογή στις δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες των ψηλών βουνών.

Πραγματικά το λευκό φτέρωμα συγκρατεί τη ζέστη. ακόμη, είναι πολύ πυκνό, κι έτσι έχει καλή μόνωση από το κρύο. Να γιατί το πουλί που το καλοκαιρινό φτέρωμa του είναι καφεκόκκινο με μαύρες βούλες, γίνεται από τον Σεπτέμβρη γκρι και καφεκόκκινο με λευκές ρίγες κι ύστερα άσπιλα λευκό, στα τέλη Οκτώβρη.
Η βουνοχιονόκοτα είναι εποχικά καμουφλαρισμένη, τα φτερά της το καλοκαίρι έχουν το φυσικό τους διάστικτο χρώμα , λευκού, γκρι και μαύρου , με το που πλησιάζει όμως ο χειμώνας παρατηρείται μία μεταμόρφωση του πτερώματος μα σταδιακή αύξηση του λευκού χρώματος , μέχρι να γίνει όλο ολόλευκο κατά την διάρκεια του χειμώνα και που τα ενδιαιτήματα της χιονισμένα , μόνο η ουρά και η μικρή κηλίδα που ξεκινά από το ράμφος ως το πίσω μέρος του ματιού παραμένουν σκούρες.
Την άνοιξη υφίσταται μια νέα αλλαγή και αποκτά το ενδιάμεσο φτέρωμα του και κατόπι, το καλοκαιρινό. Δεν έχει την κόκκινη πτυχή πάνω από τα μάτια της ,όπως τα άλλα υποείδη του είδους και επίσης είναι ευκρινώς μικρότερη σε μέγεθος από αυτά .

. Προτιμά τις υψηλότερες κορφές και τα πιο άγονα ενδιαιτήματα .

Παρότι λοιπόν ζει σε πολύ σκληρά ενδιαιτήματα ,σε πολύ δύσκολες καιρικές συνθήκες, στις οποίες άλλα είδη δεν θα μπορούσαν με τίποτε να επιζήσουν , αυτή καταφέρνει όχι μόνο να επιβιώνει αλλά και να ευημερεί αν υπάρχουν και οι κατάλληλες συνθήκες βέβαια.

Για να καταλάβετε την θαυμαστή προσαρμογή αυτού του υπέροχου πουλιού στις όποιες ακραίες συνθήκες που υπάρχουν σε αυτά τα ενδιαιτήματα στις κορυφές των Αλπεων όταν επικρατεί χιονοκαταιγίδα η βουνοχιονόκοτα θάβεται στην κυριολεξία μέσα στο χιόνι όπου η θερμοκρασία είναι πολύ υψηλότερη από ότι στην επιφάνεια του χιονιού όπου μαίνεται η καταιγίδα , μετά το πέρας της εξέρχεται και συνεχίζει την δύσκολη καθημερινότητα της .

Η βουνοχιονόκοτα είναι μεγέθους 34-36 εκατοστά (13-14 in) (ουρά 8 εκατοστά (3,1 in)) με άνοιγμα φτερού από 54-60 εκατοστά (21-24 in). Είναι μικρότερο σε μέγεθος από το αντίστοιχο υποείδος που κατοικεί στις Βρετανικούς νήσους 10%. Το δε "τραγούδι" του αρσενικού είναι ένα δυνατό κράξιμο- croaking.

H διατροφή του κατά την διάρκεια του χειμώνα, ο λαγοπόδης τρέφεται κυρίως με φύτρα και μπουμπούκια μυρτίλου, ροδόδεντρου η χαμηλής οξιάς , που τ' ανακαλύπτει σκάβοντας το χιόνι μέχρι βάθους 30 εκατοστών. Η βουνοχιονόκοτα τρέφεται κυρίως με σημύδα και ιτιές μπουμπούκια και ίουλους όταν είναι διαθέσιμα. Θα φάνε επίσης διάφορους σπόρους, φύλλα, άνθη και καρπούς άλλων φυτικών ειδών. Τα έντομα τρώγονται από τα γρήγορα αναπτυσσόμενα μικρά που έχουν μεγάλη ανάγκη ζωικών πρωτεϊνών .

Το καλοκαίρι τρώει μεγάλη ποικιλία χόρτων και βοτάνων που φυτρώνουν στα βουνά, καθώς και διάφορα ασπόνδυλα έντομα, αράχνες κλπ που αποτελούν τη βάση της διατροφής των μικρών του.
Τα χειμωνιάτικα κοπάδια, στις αρχές της άνοιξης αρχίζουν να μετακινούνται . Οι λαγόποδες σχηματίζουν τότε ζευγάρια που οικειοποιούνται μια περιοχή από καμιά δεκαριά στρέμματα , την οποία υπερασπίζεται το μονογαμικό αρσενικό ενάντια στους πιθανούς αντιζήλους του. Οι θανατηφόρες μάχες ανάμεσα στ' αρσενικά είναι παρ' όλ' αυτά, πολύ σπάνιες, παρ ότι οι μάχες είναι πολλές και αρκετές φορές πολύ σκληρές.

Σ' αυτό τον χώρο θα γίνουν τα ζευγαρώματα. τα πουλιά κορδώνονται και σχηματίζουν κύκλο ενώ το αρσενικό κινητικό και φουντωτό , κελαηδά κάνοντας πλήθος πτήσεις , ξυστά στις πλαγιές.
Αφού τελικά υπάρξει νικητής παίρνει το ζευγάρι του και προχωρά στην γονιμοποίηση του. Η φωλιά χτίζεται σε μια λακκούβα που σκάβει στο χώμα κι ύστερα τη βελτιώνει πρόχειρα.

H βουνοχιονόκοτα είναι σεξουαλικά ώριμη σε ηλικία των έξι μηνών και συνήθως γεννάει μέχρι οκτώ νεοσσούς. Λόγω αυτού του υψηλού ρυθμού αναπαραγωγής, το μέγεθος του πληθυσμού του επηρεάζεται πολύ λίγο από παράγοντες όπως το κυνήγι.,αν αυτό ασκείται ορθολογικά και όχι ανεξέλικτα .

Το θηλυκό γεννά 6-8 αυγά με βούλες , που εγκαταλείπουν γρήγορα τη φωλιά , ακολουθούν τη μητέρα τους λίγες ημέρες μετά τη γέννηση .
Η μητέρα είναι από τις καλύτερες μάνες που υπάρχουν , από τις περισσότερο προστατευτικές ικανή να δώσει την ζωή της για να παρασύρει ένα αρπακτικό μακριά από την φωλιά και να σώσει τα μικρά .
Τις πρώτες ημέρες ζουν σχεδόν ακίνητα στην φωλιά υπό την απόλυτη προστασία της μητέρας πέρδικας με πολύ μικρές μετατοπίσεις για εξεύρεση τροφής .
Η φύση τα έχει προικίσει έτσι ώστε στον παραμικρό κίνδυνο να παραμένουν εντελώς ακίνητα στο σημείο που βρίσκονται και λόγω του μιμητισμού του πτερώματος είναι αδύνατον να τα διακρίνεις και δεν πετούν παρά αν τα πατήσεις .
Τα μικρά μπορούν να πραγματοποιήσουν σύντομες πτήσεις από την ηλικία των 10 μόλις ημερών, Πετούν πολύ καλά σε 3 εβδομάδες και θα μείνουν όλα μαζί ως τον επόμενο χειμώνα.
Κατά αυτήν την περίοδο της ζωής τους αρχίζουν και τις μοναχικές πτήσεις μικρές στην αρχή μεγαλύτερες κατόπιν αλλά πάντα επιστρέφουν στην ομάδα .

Το αρσενικό εγκαταλείπει τότε την οικογενειακή ομάδα οποά που θα παραμείνει ενωμένη ως το φθινόπωρο, οπότε σχεδόν έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξη των μικρών και τώρα πια είναι κανονικά μέλη του κοπαδιού της περιοχής που ανήκουν ...



ΕΠΑΝΩ-UP

© Giorgio Peppas