Welcome in Greece Welcome in Greece

 




ΑρχικήInitial MπροστάBack

ΟΡΤΥΚΙ (Cuturnix coturnix) sτοιχεία βιολογίας


Του Δασοπόνου κ. Κώστα Λιάτσου

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στα πλαίσια της αύξησης της θηραματοπανίδας, η μόνη θε-μελιώδης τεχνική που είναι ικανή να διατηρήσει και να αυξήσει τους πληθυσμούς της άγριας πανίδας σε υψηλά επίπεδα είναι η διαχείριση του περιβάλλοντος.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, τα άγρια ζώα που είναι προϊόντα της γης, αυξάνονται ή μειώ-νονται ανάλογα με τις χρήσεις της, που ουσιαστικά κάνουμε εμείς στο βιότοπό τους. Έτσι, κάθε είδος ζώου προσαρμόζεται σ' ένα συγκεκριμένο βιότοπο σε σχέση με τους φυσικούς και βιολογικούς παράγοντες της συγκεκριμένης κοινωνίας.

Θέλοντας να συμβάλλω κι εγώ με τη σειρά μου στη συγκέντρωση όσο περισσοτέρων στοιχεί-ων γινόταν για τα θηράματα ώστε να βοηθήσω στην διατήρηση και στην αύξησή τους, ασχο-λήθηκα ερευνητικά κατά την εκπόνηση της πτυχιακής μου διατριβής με τα στοιχεία βιολογίας και τις τροφικές συνήθειες του ευρωπαϊκού ορτυκιού.

Η εργασία αυτή εκπονήθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Μακρ

υνείας, της επαρχίας Μεσολογ-γίου.

Το κλίμα της περιοχής είναι το καλοκαίρι πολύ ζεστό με υψηλές θερμοκρασίες και λίγες συνή-θως βροχές. Αυτές οι βροχές συνήθως είναι σποραδικές. Το φθινόπωρο στην αρχή είναι λίγο ζεστό και στη συνέχεια έχουμε αυξημένες βροχοπτώσεις που το μέγιστό τους είναι κυρίως στα μέσα Νοεμβρίου.

Ο χειμώνας είναι υγρός με πολλές βροχοπτώσεις και λίγα χιόνια στα ορεινά, συνήθως τον Ια-νουάριο. Την περίοδο αυτή έχουμε και πολλούς παγετούς. Την άνοιξη επικρατεί το υγρό κλίμα στην αρχή αλλά στη συνέχεια καλυτερεύει και γίνεται ζεστό. Έχουμε κανονικές βροχοπτώσεις, που συνήθως το μέγιστό τους είναι κατά τα μέσα Απριλίου.

Το κλίμα της περιοχής είναι ευνοϊκό για το πέρασμα ορισμένων πτερωτών θηραμάτων, όπως για παράδειγμα του τρυγονιού, του ορτυκιού, της τσίχλας, της φάσας και της μπεκάτσας. Η πεδιάδα της περιοχής είναι πολύ εύφορη και παραγωγική. Οι καλλιέργειες παρουσιάζονται σε επί τοις εκατό ποσοστό σε σχέση με την έκταση της περιοχής της μελέτης στον παρακάτω πίνακα.

Καλλιεργούμενο είδος      ποσοστό

1. Καπνός      68%
2. Τριφύλλι      21,4%
3. Μποστανικά - λαχανικά      2,4%
4. Καλαμπόκι      1,8%
5. Αμπέλια      4,7%
6. Ντομάτες      1,6%

Συνήθειες

Σαν ημερόβια πουλιά που είναι τα ορτύκια, εκδηλώνουν την δραστηριότητά τους για την ανεύ-ρεση της τροφής, την περιποίηση του πτερώματός τους και για τις σεξουαλικές τους σχέσεις, αποκλειστικά την ημέρα. Επίσης, κατά τις μεσημβρινές και γενικότερα της ζεστές ώρες της ημέρας, καταναλώνουν ιδιαίτερα πολύ χρόνο για να «χωματίζονται» (κάνουν το αμμόλουτρό τους), να λιάζονται και κατά διαστήματα να κοιμούνται. Καλούν όμως περισσότερο μετά τη δύση του ηλίου και από το χάραμα μέχρι την ανατολή. Όταν ο καιρός είναι καλός και δεν φυ-σάει καλούν και τη νύχτα, με μια ίσως διακοπή απ' τις 8 ή 9 μέχρι τις 10 ή 10:30 μ.μ. και συνε-χίζουν μέχρι το πρωί.

Την ημέρα, με δυνατό φως, καλούν λιγότερο και τις ζεστές ώρες σχεδόν ποτέ. Με δρο-σερό καιρό και συννεφιά τα ορτύκια καλούν αρκετά συχνά, το ίδιο και πριν ή μετά την βροχή. Επίσης, διαπληκτισμοί μεταξύ αρσενικών, κ.λ.π. γίνονται μόνο την ημέρα. Το μεταναστευτι-κό τους ταξίδι, εκτός ελαχίστων τοπικών εξαιρέσεων γίνεται μόνο τη νύχτα. Ίσως ε-πειδή τη νύχτα οι συνθήκες πτήσης είναι καλύτερες και μηδαμινοί οι κίνδυνοι απ' τα αρπακτικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα αιχμάλωτα ορτύκια κατά την διάρκεια των μεταναστευτικών περιό-δων (άνοιξη, φθινόπωρο) δείχνουν ορισμένες νύχτες μια ιδιαίτερα έντονη ανησυχία, και το επόμενο πρωί τα πουλιά φαίνονται τόσο εξαντλημένα, σαν να είχαν ταξιδέψει πραγματικά.

Οι κινήσεις των ορτυκιών, γενικά είναι χαρακτηριστικές των ατόμων, που επιδιώκουν να ζουν και να κινούνται μέσα σε κάποια κάλυψη, που τους προσφέρει η πυκνότερη βλάστηση. Περπατούν συνήθως με κυρτωμένη τη ράχη, τραβηγμένο λίγο προς τα μέσα το λαιμό και παράλ-ληλα με τη γη το κεφάλι (στάση, τρυπωτή, κρυφή), κατεβασμένη την ουρά και το περισσότερο απ' το μισό της κνήμης των χαρακτηριστικά λυγισμένων τους ποδιών.

Μόλις αισθανθούν κίνδυνο, στέκονται ακίνητα, χαμηλώνουν το σώμα τους προς το έδαφος, το πτέρωμά τους κυλάει στο σώμα μαζεύουν ακόμα περισσότερο το λαιμό τους, το κεφάλι κινείται ανήσυχο, αλλά ανεπαίσθητα προς όλες τις κατευθύνσεις καθώς και το βλέμμα δί-νουν την εντύπωση πως κάθε στιγμή είναι έτοιμα να εκτιναχθούν. Όταν πάλι εποπτεύουν την γύρω περιοχή ή όταν καλούν, στέκουν όρθια σχεδόν στις άκρες των δαχτύλων τους, με τεντωμένα τα πόδια και τον λαιμό. Περπατούν ανάλαφρα. Μπορούν να τρέξουν με καταπληκτικά μεγάλη ταχύτητα και ευελιξία στην πυκνή βλάστηση. Με την βοήθεια λίγο των φτερών τους κάνουν μεγάλα κατακόρυφα άλματα. Η πτήση τους είναι γρήγορη και προωθού-νται ταχύτατα σε μια ελαφρά κυματιστή γραμμή (τροχιά), αφήνοντας να ακούγεται κατά δια-στήματα ένας ελαφρός φτερουγιστός ήχος. Τα ορτύκια είναι πολύ πιο ευέλικτα απ' τις πεδινές πέρδικες και μπορούν να κινούνται σ' ένα χώρο με τέτοιους ελιγμούς που προκαλούν κατά-πληξη. Τα σμήνη των ορτυκιών όταν πετούν, αφήνουν ένα γεμάτο μεταλλικό, φτερουγιστό ήχο των δυνατών φτερών.

Ο Μεινερχάγκερ (επιστημονικός μελετητής) μέτρησε το 1955 στα ορτύκια μέσες ταξιδιωτικές ταχύτητες 91 χλμ./ώρα περίπου. Ο Τόσκι το 1959 αναφέρει ότι από την Τυνησία μέχρι το Λί-ντο της Ρώμης τα ορτύκια χρειάζονται συνήθως 7-8 ώρες, με μια μέση ταχύτητα 70 χλμ/ώρα την ώρα περίπου. Αλλά σε μικρές αποστάσεις, οι ταχύτητες που μπορούν να αναπτύξουν τα ορτύκια είναι σημαντικά μεγαλύτερες. Έχουν μετρηθεί ταχύτητες μέχρι 170 χλμ/ωρα.

Τα ορτύκια κατά τα ταξίδια τους πάνω από θάλασσα μπορούν άνετα να προσθαλασ-σωθούν ομαλά, να παραμείνουν για λίγο διάστημα πάνω στο νερό ή να κολυμπήσουν λίγα μέτρα, κι ύστερα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, να αποθαλασσωθούν και να εξακο-λουθήσουν το ταξίδι τους. Άλλα χαρακτηριστικά είναι το πάθος, με το οποίο το αρσενικό ορτύκι καλεί. Ορθώνει όσο γίνεται πιο ψηλά το σώμα του, ανασηκώνεται όσο ψηλότερα μπο-ρεί στις άκρες των δακτύλων κι έτσι τεντωμένο, με κολλημένες σφιχτά τις φτερούγες του στο σώμα, κλείνει τα μάτια και με μια κάθε φορά, δυναμική, ανάταση ολόκληρου του κορμιού του αφήνει το κάλεσμά του να ακουστεί «πιτ-περ-πιτ».

Την βοσκή αρχίζουν τα ορτύκια με το πρώτο χάραμα της ημέρας. Με πολύ ζεστό καιρό ίσως λίγο νωρίτερα, την διακόπτουν το μεσημέρι, για να χωματιστούν κ.λ.π. και τη συ-νεχίζουν από νωρίς το απόγευμα. Με πολύ ζεστό καιρό διακόπτουν τη βοσκή νωρίτερα και την επαναλαμβάνουν αργότερα. Επίσης, με πολύ ζεστό καιρό, αντί να λιαστούν, γυρεύουν δροσερούς ίσκιους. Το ορτύκια εκείνα δεν έχουν υψηλό αίσθημα ομαδικότητας. Τα ορτύκια εκείνα που σηκώνουμε ανά δύο ή 3-5 μαζί, και τα βλέπουμε αμέσως να καλούν επιζη-τώντας επαφή και γρήγορα ξανασμίγουν, είναι ή ζευγάρια ή οικογένειες, οι οποίες για διάφορους λόγους έχουν διατηρήσει για μακρύτερο χρόνο τη συνοχή τους. Στην αιχμα-λωσία ένα ζευγάρι ορτύκια ζει συνήθως ήρεμα και το αρσενικό δεν δείχνει με υπερβολικά κα-λέσματα να αναζητά άλλα θηλυκά. Όταν μάλιστα το θηλυκό κλωσήσει, το προσέχει τόσο πολύ που επιτίθεται ακόμα και μέσα στα εκτροφεία. (Μίχας 1986 - Χριστάκης 1992).

Μετανάσταση

Η ευρωπαϊκή ήπειρος, η βόρεια Αφρική και η Ασία είναι τα μέρη τα οποία εξαπλώνεται και αναπτύσσεται το ορτύκι, από την Λίμνη της Βαϊκάλης μέχρι την δυτική Κίνα, και ίσως και μέχρι το Νεπάλ. Αλλά όπως μας πληροφορούν σοβιετικοί επιστήμονες, έχουν βρεθεί φωλιές ακό-μη και στην αρκτική περιοχή των Ουραλίων. Επίσης, απ' τα ορτύκια που διαχειμάζουν στα αιθιοπικά υψίπεδα παραμένουν μερικά εκεί και φωλεοποιούν.

Πάντως, τόσο τα βορειότερα όσο και τα νοτιότερα σύνορα του ευρύτερου χώρου που φωλιά-ζουν τα ευρωπαικά ορτύκια, μετακινούνται συχνά, γιατί εξαρτώνται οπωσδήποτε απ' τις καιρι-κές συνθήκες, που θα επικρατήσουν κάθε φορά. Μέσα στον τεράστιο αυτό χώρο, βλέπου-με το ευρωπαϊκό ορτύκι να φωλιάζει απ' τις χαμηλές ασκεπείς πεδιάδες μέχρι υψίπεδα ή κοιλάδες σε υψόμετρα από 600-1600 μ. απ΄ την επιφάνεια της θάλασσας, ανάλογα όμως πάντα με το κλίμα της περιοχής. Σε υψόμετρο πάντως μεγαλύτερο από 600 μ. δεν φωλιάζει σε μεγάλους αριθμούς.

Για την ιστορία θ' αναφέρω μερικά παραδείγματα φωλιών που έχουν διαπιστωθεί σε πολύ μεγάλα υψόμετρα. Στην Σαβόια 1600 μ., στο Βαρουάζ 1750 μ., στο Εμνγκάντιν (Άλπεις) 1800 μ., στα Σαμεντάν 1728 μ., και στο Ωτ Μωρίς 2300 μ. Στη χώρα μας τα ορτύκια προτιμούν συ-νήθως να φωλιάζουν στις πεδινές και χαμηλές λοφώδεις εκτάσεις των καλλιεργειών ή χερσό-τοπων σε υψόμετρα από 80 - 400 μ. περίπου, αλλά βρίσκουμε και φωλιές τους στον Όλυμπο ή στο Βέρμιο σε υψόμετρα μεγαλύτερα από 1200 μ.

Τα ορτύκια, ανάλογα με το είδος ή τη φυλή που ανήκουν, είναι πουλιά ενδημικά, μετακινούμε-να ή αποδημητικά. Ο τρόπος της ζωής των φυλών που δεν μεταναστεύουν είναι νομαδικός που εκτός από τις καθαρά ενδημικές φυλές τους, κι αυτές τριγυρίζουν και αλλάζουν τον τόπο φωλεοποιούν (πατρίδα), ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες (που εξαρτώνται από τις βροχοπτώσεις), που συνδέονται με την ύπαρξη τροφής.

Η χώρα μας ειδικότερα είναι μια περιοχή με ιδιαίτερα κατάλληλες για τον ευρωπαϊκό χώρο, κλιματολογικές προϋποθέσεις, για τη διαχείμαση ορτυκιών. Άλλωστε, παλαιότερα που οι κυ-νηγοί μας δεν ενδιαφέρονταν για το κυνήγι των πολύ αδύνατων στο σώμα χειμωνιάτικων ορ-τυκιών μας και δεν τα κτυπούσαν αδιάκριτα, όπως συμβαίνει σήμερα, υπήρχαν ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο, αρκετά σχετικά ορτύκια, σχεδόν παντού και ειδικότερα σε απάγκια στραγ-γερά μέρη που είναι καλά χειμαδιά. Γνωστά σημεία περασμάτων είναι οι παραλίες των νομών Έβρου, Ροδόπης, Χαλκιδικής, Λάρισας, Σερρών, Πρέβεζας, Αιτωλοακαρνανίας, το Ν.Α. τμήμα της Αττικής, οι παραθαλάσσιες περιοχές της Νότιας Πελοποννήσου, τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων και Δωδεκανήσου, οι δυτικές περιοχές της Κρήτης και τα παράλιά της στο Λι-βυκό Πέλαγος, ακόμη η περιοχή της Κωπαϊδας και της Μάνης.

Δυνατοί βόρειοι (βορειοδυτικοί, βορειοανατολικοί) ή πολύ ισχυροί νότιοι άνεμοι, δυνα-τή βροχή ή καταιγίδα, τα αναγκάζουν να διακόψουν το ταξίδι τους και να πιάσουν στην πλησιέστερη στεριά. Αλλά και με καλό καιρό (μπουνάτσες) βλέπουμε ορτύκια να πιάνουν σ' ορισμένα πάντα σημεία, τόσο στα παράλια, όσο και στην ηπειρωτική χώρα. Είναι πουλιά που έρχονται από πολύ μακριά και έχουν την ανάγκη να ξεκουραστούν προτού τολμήσουν να πε-ράσουν τη θάλασσα και γενικά να συνεχίσουν το ταξίδι. Τα σημεία αυτά που πιάνουν τα ορτύ-κια είναι πάντοτε περίπου τα ίδια, με μικρές τοπικές παραλλαγές, που οφείλονται συνήθως πάλι στις καιρικές συνθήκες,.

Τα ορτύκια ξεκινούν το ταξίδι της αποδημίας τους απ' τις περιοχές που φωλιάζουν στην κε-ντρική Ευρώπη, γύρω στα μέσα του Αυγούστου, φθάνουν στο ψηλότερο σημείο, το δεύτερο και τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου και τελειώνουν μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Νοεμ-βρίου. Ισως ορισμένα μικρά σμήνη εξακολουθούν να περνούν μέχρι τον Δεκέμβριο.

Στη χώρα μας τα πρώτα «περασματιάρικα» ορτύκια παρουσιάζονται σποραδικά μέσα στο τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου. Ο κύριος όγκος των ορτυκιών περνάει μεταξύ 15 Σεπτεμ-βρίου και 5-10 Οκτωβρίου περίπου, και τα τελευταία ταξιδιάρικα πουλιά έχουν εγκαταλείψει το έδαφός μας γύρω στα μέσα με τέλη Νοεμβρίου.

ΕΠΑΝΩ-UP

© Giorgio Peppas