Welcome in Greece Welcome in Greece

 

ΠίσωInitial MπροστάBack

ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΙΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΡΤΥΚΙΟΥ (Coturnix coturnix coturnix)
ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΕΒΡΟΥ


No title Ε. Π. Τσαχαλίδης1, Ν. Ι. Παραλυκίδης και Α. Τσιομπανούδης

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το Ευρωπαϊκό ορτύκι  (Coturnix coturnix coturnix) είναι εδαφόβιο πτηνό και κυρίως κατά την περίοδο της φθινοπωρινής μετανάστευσης, απαντάται σε μεγάλους πληθυσμούς στην ελληνική ύπαιθρο. Το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού είναι  μεταναστευτικό και ένα μικρό ποσοστό είναι ντόπιο. Τα ενδιαιτήματά του είναι περιοχές των πεδινών και ημιλοφωδών γεωργικών και χέρσων εκτάσεων. Οι γεωργικές καλλιέργειες αποτελούν τους ιδανικότερους βιότοπους (ενδιαίτημα) του είδους.

Στις περιοχές αυτές το είδος και γενικά τα εδαφόβια πτηνά βρίσκουν την αναγκαία και κατάλληλη τροφή. Η γνώση των διατροφικών συνηθειών συμβάλλει  στην πληρέστερη κατανόηση της οικολογίας και της συμπεριφοράς του είδους και επιπλέον συμβάλλει στη σωστή διαχείριση των περιοχών αυτών, με κύριο στόχο την αύξηση του πληθυσμού του ντόπιου ορτυκιού.

Η εργασία αυτή παρουσιάζει τα αποτελέσματα της ανάλυσης 141 πρόλοβων Ευρωπαϊκού ορτυκιού που προέρχονται από την περιοχή Σουφλίου, νομού Έβρου, κατά τα έτη 2000 και 2001. Τα τροφικά δείγματα συλλέχθηκαν με θήρευση σε χέρσες εκτάσεις και σε γεωργικές καλλιέργειες. Η θήρευση του είδους πραγματοποιήθηκε εντός της κυνηγετικής περιόδου, κατά τους μήνες Αύγουστο έως  και Νοέμβριο.

 Μελετήθηκε  η σύνθεση του διαιτολογίου και η απόλυτη και σχετική συχνότητα εμφάνισης των διαφόρων ειδών τροφής στα δείγματα.

Από την ανάλυση των τροφικών δειγμάτων και με βάση τα είδη των σπόρων, διαπιστώθηκε ότι, οι σημαντικότερες περιοχές διατροφής του είδους είναι οι χέρσες εκτάσεις και οι γεωργικές καλλιέργειες όπου καλλιεργούνται διάφορα είδη γεωργικών φυτών, όπως: σιτάρι, βαμβάκι, ηλιόσπορος και διάφορα είδη κηπευτικών.

Από τα καλλιεργούμενα είδη φυτών στο διαιτολόγιο του είδους συμμετέχουν με μεγάλα ποσοστά, το σιτάρι και ο ηλίανθος, με συχνότητα εμφάνισης 58,8 % και 13,2 % αντίστοιχα. Από τα μη καλλιεργούμενα είδη μεγάλη συμμετοχή στο διαιτολόγιο του ορτυκιού έχουν ο βέλιουρας (43,4 %), η αγριοντοματιά (41,9 %) και η μουχρίτσα (16,2 %). Τα διάφορα είδη εντόμων,  όπως: κολεόπτερα και υμενόπτερα συμμετέχουν στο διαιτολόγιο του είδους σε μικρότερο ποσοστό.

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να δώσει πληροφορίες σχετικά με  τη σύνθεση του διαιτολογίου και τη συμπεριφορά διατροφής  του είδους κατά την περίοδο άσκησης του κυνηγίου και να συμβάλλει με την κατάλληλη διαχείριση στην προστασία, τόσο του μεταναστευτικού, όσο και του ντόπιου ορτυκιού στην Ελλάδα. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της έρευνας θα συμβάλλουν στην παραπέρα έρευνα του είδους.

Τα αποτελέσματα αποδεικνύουν τη μεγάλη σημασία που έχει η διατήρηση των παραδοσιακών μορφών καλλιέργειας και των χέρσων εκτάσεων, για την επιβίωση του είδους και των εδαφόβιων πτηνών.

 

1.      ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Ευρωπαϊκό ορτύκι Coturnix coturnix  coturnix, είναι μεταναστευτικό είδος και εμφανίζεται κατά την περίοδο της φθινοπωρινής μετανάστευσης σε σχετικά μεγάλους πληθυσμούς σε περιοχές του νομού Έβρου. Είναι ιδιαίτερα δημοφιλές θήραμα στους Έλληνες κυνηγούς. Από τα πτερωτά θηράματα μετά την μπεκάτσα και τις τσίχλες, το είδος αποτελεί ένα από τα πλέον προτιμώμενα θηραματικά είδη στην Ελλάδα.

Σε επίπεδο επικράτειας κατά το διάστημα 1994 – 2002, η κυνηγετική προτίμηση του ορτυκιού σε σύγκριση με άλλα επιτρεπόμενα είδη θηραμάτων, καταλαμβάνει την τέταρτη θέση με ποσοστό 14,91%. Μερικοί ερευνητές αναφέρουν ότι σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας το είδος θηρεύεται μέχρι 25 Δεκεμβρίου, γεγονός που επιδρά αρνητικά στο ντόπιο ορτύκι.

Ο νομός Έβρου λόγω της γεωγραφικής του θέσης αποτελεί για πολλά είδη πτηνών σημαντική περιοχή διαχείμασης, ανάπαυσης και αναπαραγωγής. Το Ευρωπαϊκό ορτύκι μαζί με άλλα εδαφόβια πτηνά χρησιμοποιούν κατά την διάβασή τους, τις καλλιεργούμενες και χέρσες εκτάσεις, του νομού για ανάπαυση και διατροφή.

Τα κυριότερα εδαφόβια θηρεύσιμα πτηνά που απαντώνται στην περιοχή μαζί με το παραπάνω είδος, είναι: η λιβαδοπέρδικα (Perdix perdix) - της οποίας το κυνήγι απαγορεύεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 - η νησιώτικη πέρδικα (Alectoris chukar) και η σιταρήθρα (Alauda arvensis). Τα είδη αυτά, χρησιμοποιούν σαν κύριους βιότοπους γεωργικές καλλιέργειες εναλλασσόμενες με χέρσες εκτάσεις. Οι περιοχές αυτές αποτελούν σημαντικά ενδιαιτήματα για το είδος, διότι συμβάλλουν στην ανεύρεση ποικίλης τροφής, στην αναπαραγωγή του ντόπιου ορτυκιού και στην προστασία από τους άρπαγες και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες,

Επισημαίνεται ότι στις περιοχές αυτές, εκτός από το μεταναστευτικό ορτύκι διαβιώνει και το ντόπιο ορτύκι το οποίο πρέπει να προστατευθεί, διότι μετά την αναχώρηση του μεταναστευτικού ορτυκιού, που  συνήθως παρατηρείται στο διάστημα του τελευταίου δεκαήμερου του Νοεμβρίου, το ντόπιο είδος δέχεται μεγάλη κυνηγετική πίεση και συνεπώς ο πληθυσμός του απειλείται με περαιτέρω μείωση.

 Το κυνήγι του ορτυκιού πραγματοποιείται από τις 20 Αυγούστου έως τις 14 Σεπτεμβρίου στις ζώνες διάβασης και από 15 Σεπτεμβρίου έως 28 Φεβρουαρίου σε όλη την Ελληνική επικράτεια. Ο μέγιστος αριθμός θήρευσης ανέρχεται σε 12 άτομα ανά κυνηγό και έξοδο.

Έρευνες σχετικά με την βιολογία και την οικολογία του Ευρωπαϊκού ορτυκιού στην Ελλάδα δεν έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα. Οι πληροφορίες που υπάρχουν για το είδος αναφέρονται στην καταγραφή της κυνηγετικής  κάρπωσης και βασίζονται  στο πρόγραμμα «'Aρτεμις». Οι συγγραφείς της παρούσας εργασίας μελέτησαν τα σωματομετρικά στοιχεία και το διαιτολόγιο του είδους στον Έβρο και τη Χίο.

Οι γεωργικές καλλιέργειες με την εντατικοποίησή τους (μηχανοκαλλιέργεια και χρήση αγροχημικών), έχουν επιφέρει σημαντικές αλλαγές στη δομή, τη σύνθεση (ποικιλία) και την αφθονία  της βλάστησης με αποτέλεσμα να επηρεάζονται και οι πληθυσμοί των εδαφόβιων πτηνών, εξαιτίας της μείωσης κυρίως της ποικιλίας, της ποιότητας και της διαθέσιμης τροφής.

Έχει αποδειχτεί ότι οι ποικίλες καλλιέργειες δημητριακών προσελκύουν μεγαλύτερους αριθμούς θηραμάτων λόγω της αυξημένης ποικιλίας και ποσότητας τροφής. Η ποσότητα φυτικής και ζωικής τροφής όμως, εξαρτάται από την εποχή του έτους και την χρήση γης. Επίσης η διαθεσιμότητα της τροφής μπορεί να επηρεάσει τις πυκνότητες και τις μετακινήσεις των πληθυσμών ανά εποχή.

Η αύξηση του πληθυσμού των θηραμάτων επιτυγχάνεται με  τη σωστή διαχείριση των ενδιαιτημάτων τους. Σκοπός αυτής της εργασίας αυτής είναι να μελετηθεί η  σύνθεση του  διαιτολογίου και η συμπεριφορά διατροφής του είδους  σε  γεωργικές καλλιέργειες του νομού Έβρου για να επισημανθεί  η μεγάλη σημασία που έχουν οι καλλιεργούμενες γεωργικές εκτάσεις, αλλά και οι χέρσες  εκτάσεις των  άγριων ποωδών φυτών στην διατροφή, τόσο του μεταναστευτικού, όσο και του ντόπιου ορτυκιού. Τέλος παρουσιάζονται ορισμένες προτάσεις για την διαχείριση των ενδιαιτημάτων του ορτυκιού.

 

2. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η θήρευση των ορτυκιών πραγματοποιήθηκε κατά τους μήνες Αύγουστο έως Νοέμβριο, που επιτρέπεται το κυνήγι του είδους, κατά τα έτη 2000 και 2001. Σε ειδικό φύλλο καταγράφηκε η περιοχή θήρευσης, η ημερομηνία, η ώρα, οι καιρικές συνθήκες και ο βιότοπος.

Επίσης, σε ειδικό φύλλο καταγράφηκαν τα σωματομετρικά στοιχεία που αφορούσαν το βάρος, το μήκος σώματος και το μήκος ταρσού, φτερού και ράμφους. Οι πρόλοβοι και τα στομάχια των πτηνών αριθμήθηκαν και τοποθετήθηκαν σε κατάψυξη για περαιτέρω ανάλυση. Συνολικά συλλέχθηκαν 141 δείγματα.,

Η παρουσίαση των αποτελεσμάτων έγινε με βάση την απόλυτη και σχετική συχνότητα εμφάνισης των ειδών της τροφής που βρέθηκαν στους πρόλοβους των ορτυκιών. Η απόλυτη συχνότητα εμφάνισης είναι: ο αριθμός των δειγμάτων που περιέχουν ένα είδος τροφής και εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού αριθμού των αναλυθέντων δειγμάτων, ενώ η σχετική συχνότητα εμφάνισης είναι:
ο αριθμός των ατόμων κάθε είδους τροφής που βρέθηκαν στα δείγματα και εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού αριθμού των ατόμων όλων των ειδών.

Η αναγνώριση των σπόρων έγινε με βάση συλλογή αναφοράς των κυριοτέρων ποωδών φυτών της περιοχής και σύγκριση με φωτογραφικούς οδηγούς σπόρων. Τα ζωικά είδη αναγνωρίστηκαν με τη χρήση φωτογραφικών οδηγών εντόμων και με βάση τα άπεπτα υπολείμματα των σιαγόνων ή των κεφαλών.

 

3. ΠΕΡΙΟΧΉ ΕΡΕΥΝΑΣ


            Χάρτης 3.1 Περιοχή έρευνας

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στην επαρχία Σουφλίου, στο κεντρικό τμήμα του νομού Έβρου (Χάρτης 3.1). Οι περιοχές έρευνας στο Σουφλί αποτελούνται από  πεδινές  εκτάσεις με αρδευόμενες και μη γεωργικές καλλιέργειες και από ημιλοφώδεις χέρσες και καλλιεργούμενες εκτάσεις. Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται ως ασθενές-μέσο μεσογειακό. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 14,2οC, με ελάχιστη 2οC τον Ιανουάριο και μέγιστη 25,2οC τον Ιούλιο. Το ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται στα 697mm, με μέγιστο 110mm τον Δεκέμβριο και ελάχιστο τον Αύγουστο 22,4mm. Επικρατούντα είδη δενδροθαμνώδους βλάστησης είναι: Τραχεία και Μαύρη πεύκη, φυλλίκι και ρείκια.

Οι κύριες γεωργικές καλλιέργειες της περιοχής είναι: σιτάρι, ηλιόσπορος, ζαχαρότευτλο, βαμβάκι και καλαμπόκι. Υπάρχουν ακόμα, μικρές εκτάσεις με μποστάνια, φασόλια, τριφύλλι και αρκετές χέρσες εκτάσεις. Επισημαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια παρουσιάζουν αύξηση σε βάρος των ανοικτών εκτάσεων οι δασώσεις γεωργικών γαιών με ψευδοακακίες, λεύκες και καρυδιές.

Οι περιοχές όπου θηρεύτηκαν τα ορτύκια, ήταν κυρίως κατά μήκος του ποταμού Έβρου, όπου υπάρχουν εντατικές γεωργικές καλλιέργειες από βαμβάκι, ζαχαρότευτλο και καλαμπόκι (Πίνακας 3.1).

Τα χωράφια χωρίζονται μεταξύ τους με τεχνητά αρδευτικά κανάλια και αγροτικούς δρόμους. Το υψόμετρο των περιοχών αυτών δεν ξεπερνά τα 40 μέτρα. Οι περισσότερες συλλογές δειγμάτων πραγματοποιήθηκαν στις πεδινές εκτάσεις των χωριών Λυκώφη, Λαγυνά και Τυχερού, που αποτελούν ζώνες διάβασης του είδους.


Επίσης, θηρεύτηκαν ορτύκια σε χέρσες ή/και δασικές εκτάσεις και σε μη εντατικές γεωργικές καλλιέργειες, οι οποίες περιλαμβάνουν σιτάρι, ηλιόσπορο κ.ά (Πίνακας 3.1).

Οι περιοχές αυτές είναι εκτός ζώνης διάβασης του είδους και βρίσκονται ανάμεσα στα χωριά Δαδιά και Κορνοφωλιά. Τα χωράφια είναι μικρότερα σε μέγεθος και χωρίζονται με φυσικούς φράκτες, δίκτυο αγροτικών δρόμων και ρέματα με πυκνή βλάστηση. Το υψόμετρο κυμαίνεται από 40-150 μέτρα. Η συλλογή των δειγμάτων στις παραπάνω περιοχές έγινε μετά την 15η Σεπτεμβρίου.

Πίνακας 3.2 Κατανομή των δειγμάτων σε καλλιέργειες

 όπου πραγματοποιήθηκε η θήρευση του είδους.

 

Είδος καλλιέργειας

Αριθμός θηρευθέντων δειγμάτων

%

Σιτάρι

70

49,6

Χέρσα-Αγρανάπαυση

21

14,9

Ηλιόσπορος

17

12,1

Ζαχαρότευτλο

14

9,9

Μποστάνι

10

7,1

Φασόλια

7

5,0

Τριφύλλι

2

1,4

Σύνολο

141

100

 

 

4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Από τα στοιχεία του πίνακα 4.1 διαπιστώνεται ότι, στο διαιτολόγιο του ορτυκιού της περιοχής Σουφλίου, συμμετέχουν  ως επί το πλείστον  είδη φυτικής προέλευσης και λιγότερο ζωικής. Ειδικότερα, η φυτική τροφή περιλαμβάνει 11 οικογένειες και 17 γένη σπόρων, ενώ η ζωική 5 τάξεις εντόμων. Το είδος με την μεγαλύτερη απόλυτη συχνότητα εμφάνισης είναι το σιτάρι (58,8%), ενώ το είδος  με την μεγαλύτερη σχετική συχνότητα εμφάνισης είναι η γλυστρίδα (25,8%). ¶λλα σημαντικά φυτικά είδη είναι: η αγριοντοματιά, ο βέλιουρας και η μουχρίτσα, με σημαντικά ποσοστά απόλυτης και σχετικής συχνότητας εμφάνισης. Εκτός από το σιτάρι, το ορτύκι τρέφεται και με σπόρους ηλίανθου, με απόλυτη συχνότητα εμφάνισης 13,2%, το οποίο αποτελεί μια από τις βασικές καλλιέργειες της περιοχής.

  Την μεγαλύτερη απόλυτη και σχετική συχνότητα εμφάνισης από τα ζωικά είδη, είχαν τα μυρμήγκια (Hymenoptera), με ποσοστά απόλυτης και σχετικής συχνότητας 15,4% και 0,2% αντίστοιχα. Επίσης, τροφική λεία για το ορτύκι αποτελούν και είδη εντόμων των Τάξεων των  Coleoptera και Heteroptera, με μικρότερα όμως ποσοστά συμμετοχής στο διαιτολόγιό του είδους.

Συνολικά βρέθηκαν 10.753 είδη λείας , από τα οποία 10.694 ήταν φυτικά είδη και τα 59 ζωικά είδη. Φυτικά είδη παρατηρήθηκαν σε 136 δείγματα, ενώ ζωικά είδη σε 37, με ποσοστά 96,5% και 27,2% αντίστοιχα. Αναλυτικά η σύνθεση του διαιτολογίου του ευρωπαϊκού ορτυκιού στον νομό Έβρου, παρουσιάζεται στον Πίνακα 4.1. Από το σύνολο των τροφικών δειγμάτων, τρία (3) δείγματα ήταν εντελώς άδεια.

Πίνακας 4.1. Διαιτολόγιο του Ευρωπαϊκού ορτυκιού Coturnix coturnix coturnix στο Νομό Έβρου.

Οικογένεια

Γένος/Είδος

Σχετική συχν. Εμφάνισης

Απόλυτη συχν. εμφάνισης

 

(Ν)

(%)

(Ν)

(%)

 

 

1

2

3

4

5

6

 

Φυτικά είδη

10.694

99,5

136

96,5

 

Graminae

Sorghum halepense

591

5,5

59

43,4

 

Echinochloa grus-galli

312

2,9

22

16,2

 

Triticum sp.

1.724

16,0

80

58,8

 

Setaria viridis

70

0,7

6

4,4

 

Polygonaceae

Polygonum persicaria

47

0,4

8

5,9

 

Polygonum aviculare

1.193

11,1

43

31,6

 

Malvaceae

Abutilon theophrasti

32

0,3

8

5,9

 

Fabaceae

Vicia sp.

9

0,1

3

2,2

 

Melilotus sp.

202

1,9

2

1,5

 

Compositae

Helianthus annuus

133

1,2

18

13,2

 

Centaurea sp.

15

0,1

1

0,7

 

Brassicaceae

Brassica sp.

6

0,1

2

1,5

 

Solanaceae

Solanum nigrum

1.679

15,6

57

41,9

 

Ranunculaceae

Ranunculus arvensis

54

0,5

3

2,2

 

Cyperaceae

Carex sp.

439

4,1

17

12,5

 

Amaranthaceae

Amaranthus sp.

1.189

11,0

43

31,6

 

Portulacaceae

Portulaca oleracea

2.775

25,8

36

26,5

 

‘Aγνωστοι σπόροι

224

2,1

30

22,1

 

Πράσινα φυτικά τμήματα

 

 

16

11,8

 

Zωϊκά είδη

59

0,5

37

27,2

 

Coleoptera

11

0,1

4

2,9

 

Hymenoptera

24

0,2

21

15,4

 

Hemiptera

1

0,0

1

0,7

 

Diptera

1

0,0

1

0,7

 

Heteroptera

5

0,0

5

3,7

 

‘Aγνωστα έντομα

17

0,2

10

7,4

 

‘Aδεια

 

 

3

3,7

 

Συνολικός αριθμός λείας

10.694 +59  = 10.753

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά την διάρκεια των μηνών θήρευσης παρατηρήθηκαν μεταβολές στην απόλυτη συχνότητα εμφάνισης ορισμένων ειδών τροφής, κυρίως των φυτικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σιτάρι, όπου τον Αύγουστο είχε συχνότητα εμφάνισης 63,64% επί των θηρευθέντων δειγμάτων, ενώ τους υπόλοιπους μήνες η συμμετοχή του είναι χαμηλότερη (Διάγραμμα 4.1). Ο μήνας Νοέμβριος δεν συμπεριλήφθηκε στο διάγραμμα εξαιτίας του πολύ μικρού δείγματος.

Διάγραμμα 4.1  Συχνότητα εμφάνισης του είδους Triticum sp (σιτάρι), ανα μήνα στο διαιτολόγιο

του ορτυκιού Coturnix coturnix  coturnix, στην περιοχή Σουφλίου.

 

 

5. ΣΥΖΗΤΗΣΗ

  Kατά την περίοδο της έρευνας (φθινόπωρο) διαπιστώθηκε ότι το διαιτολόγιο του είδους αποτελείται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό από φυτικά είδη, διότι κατά την περίοδο αυτή στην Ελλάδα τα έντομα είναι πάρα πολύ λίγα. Η βασικότερη τροφή του ευρωπαϊκού ορτυκιού στην περιοχή κατά την περίοδο αυτή, είναι οι σπόροι άγριων ποωδών φυτών και καλλιεργούμενων φυτών.

Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με σχετικές έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ευρώπη για το ευρωπαϊκό ορτύκι, στην Βουλγαρία, στη Γαλλία, Πορτογαλία, Σενεγάλη, Ισπανία και Μαρόκο. Η μικρή συχνότητα εμφάνισης της ζωικής τροφής στο διαιτολόγιο του είδους είναι δικαιολογημένη εξαιτίας της μεγάλης αφθονίας καρπών ή/και σπόρων, που παρατηρείται κατά την περίοδο του φθινοπώρου και της ενέργειας που δίνουν για την μετανάστευσή του ορτυκιού.

Με βάση την έρευνα ενός Γάλλου ορνιθολόγου διαπιστώνεται μία χαρακτηριστική διαφοροποίηση στη σύνθεση του διαιτολογίου του ορτυκιού, μεταξύ φθινοπώρου και θέρους (περίοδος αναπαραγωγής), όπου το ποσοστό της ζωικής τροφής μειώνεται μέχρι και 70%, λόγω έλλειψης αφθονίας και ποικιλίας εντόμων, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας.

Οι σπόροι των καλλιεργήσιμων ειδών, δηλαδή του σιταριού και του ηλιόσπορου, με συχνότητα εμφάνισης 58.8%  και 13.2% αντίστοιχα, παίζουν σημαντικό ρόλο στη διατροφή του ορτυκιού. Η μεγάλη συχνότητα εμφάνισης αυτών των ειδών οφείλεται στην μεγάλη διαθεσιμότητα τους την περίοδο αυτή, εξαιτίας της συγκομιδής τους από τους γεωργούς και της πτώσης τους στο έδαφος. Τα πράσινα μέρη των ποωδών φυτών που συμμετέχουν στο διαιτολόγιο, αναπτύσσονται κυρίως σε εκτάσεις σιτηρών, με αποτέλεσμα να συμμετέχουν και αυτά στο διαιτολόγιο.

Όσο πλησιάζει ο χειμώνας τα διαθέσιμα είδη τροφής μειώνονται στις αγροτικές καλλιέργειες, Αυτό διαπιστώνεται από τα στοιχεία του διαγράμματος 4.1, όπου η κατακόρυφη πτώση του εκατοστιαίου ποσοστού της απόλυτης συχνότητας εμφάνισης, του σιταριού στο διαιτολόγιο του ορτυκιού, οφείλεται στην εξαφάνιση των σπόρων λόγω του οργώματος. Το όργωμα των καλλιεργειών αμέσως μετά τη συγκομιδή της παραγωγής αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για την διατροφή των ορτυκιών και γενικά των εδαφόβιων θηραματικών  ειδών.

 

 

6. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η εντατικοποίηση (μονοκαλλιέργεια, αγροχημικά, μηχανοκαλλιέργεια, κ,ά.) των αγροτικών καλλιεργειών, έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στη δομή και στη σύνθεση της βλάστηση και κατ’ επέκταση και στους πληθυσμούς και στις συνήθειες των περισσότερων εδαφόβιων πτηνών Η διατροφή και η επιτυχία της αναπαραγωγής των εδαφόβιων πτηνών, επηρεάζεται αρνητικά κυρίως από την μείωση των διαθέσιμων ειδών τροφής.

Οι κυριότερες αιτίες που συμβαίνει αυτό είναι: α) Υψηλή συχνότητα οργώματος των χωραφιών, β) Αλόγιστη χρήση εντομοκτόνων και ζιζανιοκτόνων, γ) Εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες, δ) Ανάπτυξη της τεχνολογίας και τελειοποίηση των αγροτικών μηχανημάτων και ε) Απουσία ακαλλιέργητων εκτάσεων (αγρανάπαυση). Επίσης, καθοριστικό ρόλο στη σύνθεση του διαιτολογίου του είδους  παίζει και η ύπαρξη χέρσων εκτάσεων, που αποτελούν σημαντικούς πόρους διατροφής άγριων σπόρων και καρπών, καθόσον στις εκτάσεις αυτές δεν γίνεται χρήση φυτοφαρμάκων, οπότε θα υπάρχει και αφθονία εντόμων.

Η διαχείριση αγροτικών περιοχών, με στόχο την αύξηση πληθυσμών των θηρεύσιμων και γενικά όλων των πτηνών, πρέπει να έχει σαν στόχο την αύξηση των διαθέσιμων πόρων διατροφής, όπως είναι οι σπόροι αγρωστωδών ή/και ψυχανθών φυτών και τα έντομα (ασπόνδυλα). Αυτό μπορεί να γίνει με τη διασπορά και τη στήριξη εκτάσεων, που να είναι σε θέση να φιλοξενήσουν τέτοια είδη τροφής.

Τέτοιες περιοχές μπορεί να είναι οι ακαλλιέργητες άκρες (περιθώρια) των χωραφιών, τα κράσπεδα των δρόμων και οι σειρές θάμνων (φυσικός φράκτης), που βρίσκονται πολλές φορές μεταξύ των χωραφιών  καθώς και οι χέρσες εκτάσεις. Aλλωστε η ποικιλία ζωικών και φυτικών οργανισμών, είναι μεγαλύτερη στα σύνορα των καλλιεργειών απ' ότι στο κέντρο των καλλιεργημένων χωραφιών. Τσέχοι ερευνητές απέδειξαν ότι οι συγκεκριμένες περιοχές προτιμώνται σε μεγάλο ποσοστό από την πεδινή πέρδικα.

Σημαντικές περιοχές για την παρουσία εντόμων, είναι τα πρανή των δρόμων, τα αναχώματα των ποταμών και τα χωμάτινα αρδευτικά κανάλια που χωρίζουν τα χωράφια. Οι μικτές αγροτικές καλλιέργειες και η ενδιάμεση παρουσία χέρσων εκτάσεων, αποτελούν επίσης άριστους βιότοπους για την παραμονή και διαβίωση των εδαφόβιων πτηνών, διότι σε τέτοιας μορφής ενδιαιτήματα είναι δυνατόν να αναπτυχθεί ποικιλία φυτών και εντόμων.

Όσον αφορά την προστασία του ντόπιου ορτυκιού, θα πρέπει με βάση τα αποτελέσματα και τη διαπίστωση ότι τα τελευταία ορτύκια παρατηρούνται στα περάσματα των νησιών κυρίως στο τέλος Νοεμβρίου, να μην επιτρέπεται η θήρευσή του ορτυκιού μετά την αναχώρηση των μεταναστευτικών ορτυκιών στις περιοχές όπου αυτό απαντάται, διότι πλέον μετά το διάστημα αυτό όλη η κυνηγετική πίεση ασκείται πάνω στο ντόπιο είδος.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Με βάση τα αποτελέσματα διαπιστώνεται ότι:

·        τα ενδιαιτήματα του είδους κατά την διάβασή του από την Ελλάδα είναι οι χέρσες εκτάσεις και οι γεωργικές καλλιέργειες και αυτές θα πρέπει να τύχουν της κατάλληλης διαχείρισης για να στηριχθεί το είδος.

·        το είδος ανάλογα με την εποχή και την περιοχή αξιοποιεί ένα ευρύ φάσμα τροφικών πόρων από άγρια και μη φυτικά είδη καθώς και ζωικά είδη.

·        Τη φθινοπωρινή περίοδο επικρατούν με μεγάλη διαφορά τα φυτικά είδη και κυρίως οι σπόροι ποωδών φυτών.

 

1 .Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων, Εργαστήριο Οικολογίας – Διαχείρισης Θηραμάτων, Τ.Κ. 68200, Ορεστιάδα, Έβρος. E-mail:etsaxal@fmenr.duth.gr.

2. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος, Εργ. 'Aγριας Πανίδας και Ιχθυοπονίας Γλυκέων Υδάτων, Τ.Κ. 54006, Θεσσαλονίκη. E-mail:paralika@for.auth.gr, aptsiompanoudis@yahoo.gr


ΕΠΑΝΩ-UP