Welcome in Greece Welcome in Greece

 

ΑρχικήInitial ΠίσωBack


Συντήρηση όπλου

Το κυνήγι τελείωσε . Το όποίο χρειάζεται μία κάπως πιο ειδική περιποίηση την περίοδο αυτή. Ωστόσο, βρίσκουμε ότι δεν είναι άσκοπο να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και να πούμε λίγα λόγια, για την συντήρηση γενικά των όποίων. Τα λόγια του Charle LANCASTER πως «τα όπλα δεν καταστρέφονται με την χρήση, αλλά μονάχα με την κακή χρήση και την παραμέληση», θα πρέπει να χαραχθούν με ανεξίτηλα γράμματα στο μυαλό του κάθε κυνηγού.

Στα εργαστήρια της Beretta στο τμήμα δοκιμών, υπάρχει ένα όπλο που μ' αυτό έχουν ρίξει περισσότερες από ένα εκατομμύριο τουφεκιές κι όμως βρίσκεται σε άριστη κατάσταση λες και τώρα βγήκε από το οπλουργείο κι αυτό γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ με τρόπο που να το καταστρέφει κι έχει την κατάλληλη περιποίηση που του χρειάζεται. Και βλέπουμε καθημερινά όπλα που δεν έχουνε ρίξει ούτε εκατό τουφεκιές να 'ναι σαράβαλα κυριολεκτικά. Γιατί; Γιατί τους λείπει απ1 τη μία η στοιχειώδης περιποίηση κι απ1 την άλλη υφίστανται μία πραγματική κακοποίηση, αντί την μετρημένη, την κατάλληλη χρήση. Κι ίσως ν' αναρωτιέστε ποιο είναι το νόημα της κακής χρήσης, ποια χρήση μπορεί να θεωρηθεί σαν κακομεταχείριση για ένα τουφέκι. Ας πιάσουμε τα πράγματα απ' την αρχή.

Εκείνο που κατά πρώτο λόγο καταστρέφει το όπλο, είναι η πολύ βαριά γόμωση, η γόμωση που γίνεται ανεξάρτητα από το όπλο κι απ' το είδος της πυρίτιδας. Κι ακόμα χειρότερα η γόμωση που γίνεται με ακατάλληλη για το όπλο πυρίτιδα. Μα ας πάρουμε πρώτα το ζήτημα της βαριά γόμωσης. Όπως ξέρετε, κάθε όπλο είναι δοκιμασμένο για ν' αντέχει σ' ένα ορισμένο βαθμό πιέσεων., Βέβαια η αλήθεια είναι πως κάθε όπλο όταν βέβαια βρίσκεται σε καλή κατάσταση, αντέχει και πέρα απ' το βαθμό αυτό. Μπορούμε δηλαδή να βάλουμε πιο βαριά γόμωση, περισσότερη πυρίτιδα από εκείνη που αναγράφεται σαν κανονική για το κάθε διαμέτρημα, μέσα στα όρια της λογικής, σ' ένα ορισμένο πλαίσιο, χωρίς το όπλο να κινδυνεύει άμεσα, χωρίς δηλαδή να υφίσταται άμεσος κίνδυνος ρήξεως είτε της κάννης, είτε ενός άλλου τμήματος του όπλου αλλά με την προϋπόθεση πως δεν θα συντρέξουν κι άλλες μαζί αιτίες. Η γόμωση όμως αυτή κι αν ακόμα όπως είπαμε δεν περικλείει άμεσο κίνδυνο αποτελεί πάντα ένα σοβαρό συντελεστή για την γρήγορη καταστροφή του όπλου. Με τέτοιες βαριές γομώσεις, βαριές δηλαδή πιο πολύ απ' ότι το επιτρέπει η δοκιμή που έγινε για το κάθε όπλο, γρήγορα θ' αρχίσουν τα κλειδιά να «παίζουν». Κι ακόμα θα βλάψει κάθε τμήμα του όπλου που έχει άρθρωση ή σύνδεση με το λοιπό όπλο.

Μεγαλύτερη όμως φθορά και συχνά άμεση καταστροφή κάνει η ακατάλληλη πυρίτιδα. Μερικοί είτε από άγνοια, είτε από κακώς νοούμενο πνεύμα οικονομίας βάζουν στ' όπλο τους μπαρούτια που δεν είναι φτιαγμένα για τα κυνηγετικά όπλα. Έτσι άλλοι βάζουν πυρίτιδα που την αγόρασαν «φτηνά» γιατί είναι «στρατιωτική» κι άλλοι βάζουν πυρίτιδα που την βγάλανε από διάφορα πυρομαχικά. Τα μπαρούτια όμως που είναι φτιαγμένα για όλμους, κανόνια και δεν ξέρω τι, κάθε άλλο παρά για λεπτεπίλεπτα κυνηγετικά όπλα κάνουν. Αφήνω που κατά κανόνα αυτοί που τα μεταχειρίζονται αγνοούν κι αυτή ακόμη τη δόση τους, αν υπάρχει κάτι τέτοιο... και βάζουν όσο τους κατέβει, κι έτσι μονάχα με λιγόχρονη χρήση αλλά και με μία μόνη τουφεκιά και μαζί μ' αυτό και οι ίδιοι... Μα κι ακόμα η γόμωση δεν είναι βαριά, κι αν ακόμα η πυρίτιδα είναι βαριά, κι αν ακόμα η γόμωση δεν είναι αυτή που πρέπει και στην ποσότητα και στην ποιότητα, φτάνει μονάχα τα βύσματα να 'ναι ακατάλληλα, είτε στην ποιότητα, είτε στην τεχνική του βγαλσίματος για να έχουμε αδικαιολόγητη φθορά στο όπλο. Έτσι αν τα βύσματα είναι τέτοια που να προκαλούνε αύξηση των πιέσεων, η καταστροφή του τουφεκιού θα 'ναι το σίγουρο αποτέλεσμα. Και λίγο πιο μεγάλη πίεση στο βάλσιμο του βύσματος είναι αρκετή για να φέρει το αποτέλεσμα αυτό.

Τα όπλα ακόμα καταστρέφονται απ' τον ιδρώτα των χεριών μας. Βλέπουμε συχνά τουφέκια που μοιάζουν σαν να πάσχουν από λευκοδερμία, έτσι που είναι τόπους - τόπους ξεθωριασμένα. Κι όλα αυτά γιατί τα χέρια που το κρατάνε ιδρώνουν πολύ κι ο κάτοχος τους δεν αποφασίζει από καιρό σε καιρό κατά την διάρκεια του κυνηγίου να σκουπίσει λιγάκι το κακόμοιρο το όπλο του. Αυτό δε το ξέβαμμα που παρουσιάζει το έτσι αφημένο όπλο, εκτός από την αντιαισθητική του εμφάνιση περικλείει και τον κίνδυνο των οξειδώσεων γιατί είναι πιο ευάλωτο στην υγρασία. Κι η υγρασία είναι στ' αλήθεια ένας «θανάσιμος», ένας άσπονδος εχθρός του κάθε όπλου. Γι1 αυτό κι ο τρόπος κι ο τόπος που θα φυλαχτεί ένα τουφέκι πρέπει να διαλεχτεί με προσοχή.

Και κάτι ακόμα! Το τουφέκι δεν είναι ούτε μπαστούνι για να πηδάμε φράχτες ούτε μα-γκούρα για ψάξιμο στους θάμνους. Δυστυχώς όμως μερικοί νομίζουν πως είναι και τα δύο. Έτσι πολλές φορές βλέπουμε κυνηγούς να στηρίζονται σ' αυτό, για να πηδήσουν ένα φράχτη ή ένα τοίχο. Καταλαβαίνετε πόσο επικίνδυνο είναι αυτό και μη σκεφτείτε ποτέ σαν δικαιολογία πως τ' άδειασε ο κάτοχος του. Το όπλο είναι πάντα γεμάτο. Αλλά εκτός από τον κίνδυνο που διατρέχει ο κυνηγός ή κάποιος άλλος αθώος, με την μετατροπή του όπλου σε μπαστούνι κινδυνεύει και αυτό το ίδιο το όπλο. Ένα γλίστρημα, ένα πέσιμο ή απλώς αν το όπλο ξεφύγει από τα χέρια κι αρχίσει να κουτρουβαλάει ή να σέρνεται στ' αγκωνάρια, συρματοπλέγματα κι ό,τι άλλο θέλετε και πάει η όμορφη του εμφάνιση, θα στραπατσαριστεί, θα γδαρθεί, κι αν το κοντάκι του είναι από πλαστική ύλη δεν είναι απίθανο να σπάσει και μάλιστα ευκολότερα, αλλά στο ξύλινο μπορούμε να επέμβουμε, μπορούμε να ίου κάνουμε μία επιδιόρθωση, μία προσθήκη, ενώ στο κοντάκι που είναι από πλαστική ύλη, δεν μπορούμε τουλάχιστον εδώ, να κάνουμε τίποτε.

Ας ρίξουμε όμως μία ματιά, για να δούμε τι χρειάζεται το όπλο μας για να μείνει πάλι καινούργιο:

Όιαν τα' όπλο το βγάλουμε κυνήγι είναι απαραίτητο στον γυρισμό, κι αν ακόμα δεν έχουμε ρίξει ούτε ντουφέκια να το καθαρίσουμε. Για τη δουλειά αυτή μας είναι απαραίτητα τ' ακόλουθα εργαλεία:

Βέργα, καθαρισμού, βούρτσα από γουρουνότριχα, βουρτσάκι σαν κι αυτό που χρησιμοποιούμε για το καθάρισμα των δοντιών, - μερικά κομμάτια φανέλα, και μερικά κομμάτια χαρτοβάμβακα. Κι ακόμα χρειαζόμαστε και τα εξής:

Ένα υγρό καθαρισμού, κι αν δεν έχουμε κάτι τέτοιο το φτιάχνουμε μόνοι μας με:
Ορυκτέλαιο 30 γραμ.
Βενζίνη καθαρή 70 γραμ.
Ανθρακικό αμμώνιο 3-5 γραμ.
Λίγη «πάστα», απ1 τις ειδικές για το καθάρισμα των όπλων, είναι σι' αλήθεια πολύτιμο υλικό που θα μας απαλλάξει από αρκετούς κόπους και λίγο λάδι ειδικό κι αυτό για όπλο.

Το καθάρισμα του όπλου τ' αρχίζουμε από το εσωτερικό της κάννης. Πριν όμως τ' αρχίσουμε καλό θα 'ναι, για ν' αποφύγουμε την γκρίνια των «γυναικών», του σπιτιού, να στρώνουμε χάμω δύο - τρείς παλιές εφημερίδες και να βάλουμε κι ένα κομμάτι παλιόρουχο που το διπλώνουμε δύο - τρεις φορές. Αυτό δεν είναι για την γκρίνια των γυναικών, είναι για να μην κα-κοπάθουν οι κάννες μας που τις ακουμπάμε σ' αυτό - πιο καλά μάλιστα για την δουλειά αυτή είναι ένα κομμάτι τετράγωνος φελλός - αφού λοιπόν κάνουμε την προετοιμασία αυτή αρχίζουμε το καθάρισμα:

Πρώτα απ' όλα κάνουμε δύο, τρεις βόλους από εφημερίδες και μαζί μ' αυτούς περνάμε τις κάννες σπρώχνοντας τον καθένα με τη βέργα. Έτσι απ' τη μία βγάζουμε τις χοντρές - χοντρές καπνιές κι από την άλλη η εφημερίδα με το μελάνι της κάνει ένα υποτυπώδες βέβαια, λάδωμα. Ύστερα βιδώνουμε την σκληρή βούρτσα στη βέργα και αφού ακουμπήσουμε τις κάννες με το στόμιο τους στον φελλό αρχίζουμε απ1 τις θαλάμες να περνάμε το κοίλο τους ζωηρά.

Συχνά στη φάση αυτή του καθαρίσματος βλέπουμε να πέφτουν τρίμματα. Τα τρίμματα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά υπολείμματα μολύβδου που αν μείνουν στην κάννη μονάχα ζημιά κάνουν. Όταν που λέτε με το καλό περάσουμε αρκετές φορές την κάθε κάννη με την βούρτσα, την ξεβιδώνουμε από τη βέργα και στη θέση της βιδώνουμε την θηλιά - αν υπάρχουν τρεις,, τέσσερις θηλιές κι άλλες τόσες βέργες θα γλιτώσετε από πολλούς μπελάδες απ' τα βίδωσε-ξεβίδωσε κλπ., η δε δαπάνη δεν είναι και μεγάλη, ενώ η οικονομία χρόνου είναι σημαντική. Ας είναι, προχωράμε στο καθάρισμα, βιδώνουμε λοιπόν την θηλιά και σ' αυτή περνάμε ένα κομμάτι φανέλα με την ειδική για το καθάρισμα «πάστα» κι αν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο τότε τη βουτάμε σε υγρό καθαρισμού. Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μία διευκρίνιση:

Πάστες υπάρχουν πολλών ειδών κι ανάμεσα σ' αυτές μερικές ακατάλληλες, δηλαδή ακατάλληλες στα χέρια του ερασιτέχνη, όπως κατά κανόνα είμαστε οι περισσότεροι απ' τους κυνηγούς, γιατί στα χέρια του ειδικού είναι ένα αληθινά πολύτιμο υλικό. Τέτοιες είναι οι πάστες που διαφημίζονται ως πάστες «στιλβώματος» και που λίγο πολύ μοιάζουν μ' αυτές που μεταχειρίζονται για την κατεργασία του διαμαντιού και είναι πολύ γρήγορα μπορεί να «φάνε» το εσωτερικό της κάννης.

Υπάρχουν όμως και στο εμπόριο αρκετές πάστες κατάλληλες για εμάς. Με μία λοιπόν απ1 αυτές, περνάμε σφιχτά το εσωτερικό της κάννης μερικές φορές κι ύστερα με στεγνά πανιά μέχρι που να βγαίνουν καθαρά. Αντί πανιά μπορούμε να μεταχειριστούμε χαρτοβάμβακα. Και τελικά, αφού βέβαια επιθεωρήσουμε τις κάννες και δούμε πως είναι εντελώς καθαρές από μέσα - πιθανότητες έχουν να κρατήσουν υπολείμματα μονάχα τα τμήματα εκείνα που κατά κάποιο τρόπο έχουν διακοπή στη συνέχεια τους και τέτοια είναι το σημείο που τελειώνει η θαλάμη και αρχίζει η κάννη και εκεί που αρχίζει το τσοκ , τελικό λοιπόν παίρνουμε ένα κομμάτι πανί και σ' αυτό βάζουμε ένα από τα ειδικά λάδια και λιπαίνουμε το εσωτερικό της κάννης.

Εξωτερικά καθαρίζουμε τις κάννες μ' ένα στεγνό πανί ή ακόμα πιο καλά, μ' ένα κομμάτι δέρμα σαν κι αυτό που μεταχειρίζονται για το σκούπισμα των αυτοκινήτων. Κι ύστερα βάζουμε λίγο λαδάκι, από το ίδιο που χρησιμοποιήσαμε πριν, σ' ένα πανάκι και μ' αυτό περνάμε πέρα για πέρα, το εξωτερικό της κάννης, έτσι που να σχηματισθεί ένα λεπτό στρώμα (που θα προστατεύει την κάννη μας από κάθε καιρική μεταβολή.

Όλ' αυτά βέβαια με την προϋπόθεση ότι τα το χρησιμοποιήσουμε σε λίγες πάλι μέρες, γιατί αν το όπλο πρόκειται να φυλαχτεί για καιρό, τότε θα τα μεταχειριστούμε εκτός απ' αυτά και λίγο απ' το ειδικό, πάλι λίπος για τις κάννες. Αν είναι πολύ πηκτό τότε με το λάδι τ' αραιώνουμε και μ' αυτό κάνουμε μία επάλειψη, τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού της κάννης.

Και προχωρούμε στο ξυστό, στην πάπια δηλαδή. Το τμήμα αυτό δεν χρειάζεται και σπουδαία πράγματα. Ένα καλό σκούπισμα, έτσι που να φύγει κάθε ίχνος υγρασίας και ίχνη λαδιού στα μέρη που γίνονται αρθρώσεις κι η δουλειά μας τελείωσε. Το ξύλινο τμήμα της πάπιας για να διατηρήσει την γυαλάδα του, χρειάζεται ένα γερό τρίψιμο μ' ένα καλό μάλλινο ύφασμα που θα 'χει λίγες σταγόνες απ' το ειδικό εκείνο γαλάκτωμα που οι νοικοκυρές στιλβώνουν τα έπιπλα. Και αν δεν έχουμε κάτι τέτοιο, θα το αντικαταστήσουμε με λίγο λινέλαιο, που το βράζουμε. Μ' αυτό τρίβουμε το ξυστό μέχρι που να ζεσταθεί ελαφρά, και το ίδιο κάνουμε και στο κοντάκι, αν βέβαια τόσο αυτό όσο και το ξυστό, είναι ξύλινα, γιατί αν είναι πλαστικά, δεν χρειάζεται καμία άλλη περιποίηση, εκτός από το λάδωμα των αρθρώσεων.

Λίγο λαδάκι, κι όταν λέμε λίγο, να 'ναι στ' αλήθεια λίγο και μάλιστα για να 'μαστε σίγουροι πως δεν θα πέσει πολύ, το βάζουμε με ένα πινελάκι, είτε μ1 ένα φτερό, είτε •ακόμα πιο καλά μ' ένα από τα βουρτσάκια εκείνα που οι καπνιστές καθαρίζουν τις πίπες τους και το καθάρισμα του όπλου τελειώνει. Και τώρα θα πρέπει να το φυλάξουμε. Το φύλαγμα του τουφεκιού αν υπάρχει οπλοθήκη γίνεται μ' αυτήν, θα πρέπει όμως να την έχουμε βάλει σ' ένα μέρος που να μην κοιτά ο ήλιος, ή ακόμα χειρότερα να την παιδεύει η υγρασία. Αν δεν υπάρχει οπλοθήκη, τότε θα γίνει το εξής:

θα πάρετε δύο κομμάτια φανέλα και θα την ράψετε έτσι που το ένα κομμάτι να παίρνει τις κάννες και το άλλο το κοντάκι. Αυτό βέβαια αν τ' όπλο σας είναι σπαστό, αλλιώτικα θα την φτιάξετε μονοκόμματη. Μετά θα την σιδερώσετε ώστε να μην μείνει ίχνος υγρασίας και μετά θα βάλετε τ' όπλο σας μέσα. Αλλά δεν φτάνει αυτό. θα πρέπει ακόμα να φτιάξετε και μία θήκη από πλαστικό που να κλείνει αν είναι δυνατόν με «φερμουάρ» και που σ' αυτήν θα κλείσετε τ' όπλο με την φανελένια θήκη. Έτσι τ' όπλο θα 'ναι πέρα για πέρα ασφαλισμένο.

Και κάτι ακόμα: Αποφεύγετε τα κάθε είδους φυτίλια που βάζουν στις κάννες. Το μόνο που μπορούν να προσφέρουν είναι... υγρασία.

Καλό θα 'ναι στο τέλος της κάθε «σαιζόν», τότε δηλαδή που για μας και τ' όπλο μας αρχίζει η νεκρά περίοδος να στέλνουμε το τουφέκι μας σ' ένα καλό οπλουργό για μία γενική επιθεώρηση. Έτσι κι αν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη για οτιδήποτε, θα προληφθεί. Κι ακόμα, την περίοδο αυτή θα πρέπει να του επισκευάσουμε όλες τις τυχόν βλάβες, ώστε με την έναρξη του κυνηγίου να 'μαστε έτοιμοι.

Κι ερχόμαστε τώρα στη φύλαξη των «πυρομαχικών» μας... Το φύλαγμα τους απαιτεί μία κάποια μεγαλύτερη προσοχή κι αυτό γιατί οι καιρικές μεταβολές επηρεάζουν άμεσα τόσο την πυρίτιδα όσο και τα γεμισμένα φυσέκια. Μα πιο πολύ απ' όλα επηρεάζονται από τις καιρικές μεταβολές και τις μεταβολές της θερμοκρασίας τα καψύλλια.

Γι' αυτούς που γεμίζουν μόνοι τους, πρέπει να γνωρίζουν ότι ο καλύτερος τρόπος για το φύλαγμα της πυρίτιδας και των καψυλλίων είναι ο ακόλουθος: Παίρνουμε ένα μπουκάλι πλατύστομο που να 'χει βούλωμα γυάλινο με καλή εφαρμογή. Αφού σ' αυτό βάλουμε την πυρίτιδα και το κλείσουμε με του βούλωμά του, έχουμε λίγη στερεά παραφίνη λιωμένη και μ' αυτήν σφραγίζουμε το μπουκάλι. Με τον ίδιο τρόπο φυλάμε και τα καψύλλια μας. Τα φυσέκια μα και τους αδειανούς κάλυκες θα τους φυλάξουμε σε τενεκεδένια κουτιά που να κλείνουνε καλά. Το ίδιο και τα βύσματα. Κι όλα μαζί, μπουκάλια και κουτιά θα τα κλείσουμε σ' ένα μπαούλο ή ντουλάπι ξύλινο, θα προσπαθήσουμε δε το ντουλάπι να το βάλουμε σ' ένα χώρο που να μην το πιάνει υγρασία ή ήλιος. Κι ακόμα θα αποφύγουμε να τα βάλουμε σε μέρη που έχουνε θέρμανση, σε μέρη δηλαδή που ανάβουμε σόμπες ή καλοριφέρ κλπ.

Εκείνα που δεν τα πολυνοιάζει που θα φυλαχτούνε είναι τα σκάγια. Πάντως καλά θα 'ναι κι αυτά να μην τρώνε την υγρασία, γιατί κι αυτά χαλάνε. Κι ένδειξη του ότι χαλάνε θα 'ναι το θάμπωμα που θα παρουσιάζουν. Τα σκάγια δηλαδή που έχουν αλλοιωθεί χάνουν τη στιλπνάδα τους.

Με λίγη καλή θέληση θα 'ναι δυνατόν να τα κάνετε όλ' αυτά τα τόσο απλά, που είναι όμως αρκετά για να προφυλάξουν τόσο τ' όπλο όσο και τα μπαρουτόσκαγα από κάθε φθορά.

ΕΠΑΝΩ-UP

© Giorgio Peppas