Welcome in Greece Welcome in Greece

 

ΑρχικήInitial ΠίσωBack


Η αξιολόγηση του περδικόσκυλου

Γράφει ο Θωμάς Πετρόχειλος

Στο κυνήγι πηγαίνουμε για να ευψυχήσουμε. Αυτό δεν επιτυγχάνεται μόνο από τη ζωή στη φύση, από τη σωματική και πνευματική άσκηση, από τις θαυμάσιες εικόνες, από την εναλλαγή έντονων συναισθημάτων και το αίσθημα ότι είμαστε και παραμένουμε αξιόμαχοι, αλλά και από το γεγονός ότι παρατηρούμε, έκθαμβα πολλές φορές, την κυνηγετική ικανότητα των τετράποδων συντρόφων μας.
Όσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα αυτή των σκύλων μας, τόσο μεγαλύτερη είναι και η δική μας απόλαυση.

Βρισκόμαστε στο 2003 και δυστυχώς ακόμα ο κυνηγετικός κόσμος δεν έχει μία διαδικασία και τους κατάλληλα εκπαιδευμένους ανθρώπους, οι οποίοι να μπορούν να αναδείξουν τους κυνηγετικούς σκύλους με την μεγαλύτερη κυνηγετική ικανότητα, η οποία ξεδιπλώνεται μέσα σε μια ολόκληρη κυνηγετική ημέρα.
Έτσι ο καθένας από μας, θα πρέπει ν’ αρκεστεί να διαλέξει τους κυνηγετικούς του σκύλους, βασιζόμενος στις προσωπικές του παρατηρήσεις.

Προσωπικά, δεν είμαι υπέρμαχος της ιδέας ότι υπάρχει άλλο σκυλί, το οποίο είναι κατάλληλο μόνο για πέρδικα, άλλο το οποίο να είναι μόνο για ορτύκι και άλλο το οποίο να είναι κατάλληλο μόνο για μπεκάτσα ή μπεκατσίνι.

Πιστεύω ότι ο μεγάλος κυνηγετικός σκύλος, με τα πολλά φυσικά προσόντα, μπορεί να μεταβάλλει τον τρόπο εργασίας του κάθε φορά, ανάλογα με το έδαφος και τις καιρικές συνθήκες και το θήραμα.
Αυτός ο σκύλος είναι εκείνος, τον οποίο αναζητάμε και για τον οποίο υποβαλλόμεθα σε πόσες θυσίες και ταλαιπωρίες.
Όταν εκπαιδεύω βγάζω τους σκύλους ανά πεντάδες στο βουνό. Μιλάω για σκύλους, οι οποίοι έχουν κάνει μεν τη βασική τους εκπαίδευση για να με γνωρίζουν και να μπορώ να τους φωνάζω, αλλά δεν έχουν ακινησία στο ξεπέταγμα και στον πυροβολισμό, ούτε διασταυρωμένη έρευνα, ούτε γνώση και εμπειρία του θηράματος.

Στην αρχή κυνηγιόνται μεταξύ τους, κυνηγάνε πουλάκια και πεταλούδες, ξεμακραίνουν και χάνουν τον προσανατολισμό τους, αλλά σιγά-σιγά αποκτούν ένα κέντρο έρευνας, εξοικειώνονται με το περιβάλλον και μετά από 2 περίπου εβδομάδες αρχίζουν οι πρώτες φέρμες.
Στην αρχή βέβαια, το ένα δεν σέβεται τη φέρμα του άλλου, τις περισσότερες φορές, αλλά και τα ίδια δεν μένουν σταθερά στη φέρμα τους, επιτίθενται και διώχνουν το θήραμα κυνηγώντας το, σε μεγάλες αποστάσεις.

Στη συνέχεια όμως η φέρμα αρχίζει και επιμηκύνεται και η συναίνεση γίνεται πλέον αυτόματα. Όσο διαρκεί αυτή η διαδικασία, βλέπουμε ότι κάποιο σκυλί από την πεντάδα έχει μεγαλύτερη ευχέρεια στο να εντοπίζει τον μεγαλύτερο αριθμό θηραμάτων σε σχέση με τα υπόλοιπα σκυλιά της πεντάδας.
Ταυτόχρονα, χωρίς να παρεμβαίνουμε καθόλου ση δουλειά των σκύλων και χωρίς να διορθώνουμε τα παρατηρούμε τον τρόπο, με τον οποίο καλπάζουν, την αντοχή τους στη ζέστη, στο κρύο, στη βροχή, στο χιόνι, στον πάγο.

Επίσης βλέπουμε πως μεταβάλλεται η απόδοσή τους μετά την ταλαιπωρία των περίπου 2 ωρών που βγαίνει η πεντάδα κάθε μέρα. Διότι συνήθως πρόκειται για κουτάβια, των οποίων η ηλικία είναι γύρω στο χρόνο.

Στην συνέχεια, παίρνουμε το σκυλί με τα μεγαλύτερα προσόντα της πεντάδας και έτσι δημιουργούμε με αυτά μια καινούργια , υψηλότερων απαιτήσεων και ικανοτήτων, πεντάδα, την οποία προπονούμε και βγάζουμε τα συμπεράσματά μας για τις ικανότητές τους, συγκρίνοντάς τα μεταξύ τους.

Η διαδικασία αυτή κατ΄ αρχήν γίνεται στον κάμπο με τις καμπίσιες πέρδικες. Μετά τα σκυλιά τα ανεβάζουμε στο βουνό και την επαναλαμβάνουμε με τις ορεινές και στη συνέχεια τα βάζουμε μέσα στο δάσος, με κυρίαρχο θήραμα την μπεκάτσα.

Εκείνο το οποίο προσέχουμε περισσότερο στην προσαρμογή του δάσους, είναι το κατά πόσο τα ζώα μας μπορούν να συγκρατούν τον προσανατολισμό τους και να μην χάνονται.
Το κυνήγι και η προσαρμογή των σκύλων στην ορεινή πέρδικα, είναι η διαδικασία, η οποία καταβάλλει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τους σκύλους.
Είναι σπάνιο οι σκύλοι, οι οποίοι μπορούν να αντέξουν πέραν της μίας ή μιάμισης κυνηγετικής ημέρας στο κυνήγι αυτό.

Επίσης μεταβάλλεται κατά πολύ η αποτελεσματικότητα των κυνηγόσκυλών μας μέσα στις ώρες της κυνηγετικής ημέρας. Έτσι, όταν η πεντάδα των σκύλων ανεβαίνει στο βουνό, εύκολα διακρίνονται τα ζώα, τα οποία έχουν μία φυσική άνεση κίνησης στον βράχο με τις απότομες κλίσεις.
Αλλά δεν πρέπει να βγάλουμε γρήγορα και επιπόλαια συμπεράσματα, διότι μπορεί τα ζώα, τα οποία κατ’ αρχήν να τα φοβίσει το βουνό, στη συνέχεια μετά από λίγες συναντήσεις με τις πέρδικες, να εμφανίσουν ένα άλλο ψυχισμό, μια άλλη προσωπικότητα, η οποία να μας εκπλήσσει συνεχώς όσο περνάνε οι μέρες.

Υπάρχουν σκύλοι, οι οποίοι δείχνουν να μαγνητίζονται από τις πέρδικες και η αίσθηση θηράματος, την οποία επιδεικνύουν, να μας γλιτώνει από πολλές ώρες κοπιαστικού ψαξίματος επάνω στα βράχια. Στις επιλογές μας δεν πρέπει να έχουν θέση σκύλοι με μειωμένη οσφρητική ικανότητα.
Τα ζώα μέσα από την πεντάδα, που θα βρίσκουν συχνότερα τα πουλιά, θα είναι εκείνα, τα οποία και μεγαλύτερη αίσθηση θηράματος θα διαθέτουν και μεγαλύτερη οσφρητική ικανότητα, αντοχή και οξυδέρκεια.

Δεν αρκούν όμως μόνον αυτά τα προσόντα για να είναι ένας σκύλος αποτελεσματικός.
Πρέπει να είναι ταυτόχρονα συνεργάσιμος και πειθαρχημένος και αυτό είναι πολύ δύσκολο για τον μεγάλο και δυνατό σκύλο, για τον οποίο ισχύει τις περισσότερες φορές η λαϊκή ρήση, η οποία λέει ότι «το δυνατό μουλάρι ή θα δαγκώνει ή θα κλωτσάει».

Το εργασιακό λοιπόν πρότυπο της κάθε φυλής δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ένα μέσον για την επίτευξη του καλύτερου αποτελέσματος.
Εκείνο το οποίο θα μας υποδείξει τον μεγαλύτερο κυνηγετικό σκύλο, είναι το ίδιο το άγριο και κυνηγημένο θήραμα, το βουνό, ο κάμπος, το δάσος, ο βάλτος, ο ήλιος, η ξηρασία, ο πάγος, το χιόνι, η βροχή.

ΕΠΑΝΩ

© Giorgio Peppas