Welcome in Greece
ΚΥΝΗΓΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ KΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ
Welcome in Greece
 Welcome in Hellas 
 

ΠίσωHome ΠίσωΕλλάδα ΠίσωBack


Ο ΠΑΡΝΩΝΑΣ !

Άφησα πίσω τους υπόλοιπους και χάθηκα μόνος στο δάσος. Ο αχός του μικρού χωριού, που πρόσκαιρα έμοιαζε να έχει ζωντανέψει από τους επισκέπτες του Σαββατοκύριακου, έσβησε πίσω από τα ψηλόκορμα ελάτια. Ήταν περασμένο μεσημέρι, μιας μάλλον πρώιμα ζεστής ανοιξιάτικης μέρας. Ξαφνικά όμως ο καιρός γύρισε. Ένιωσα πρώτα ένα δροσερό πέρασμα αέρα που σιγά σιγά μετεξελίχθηκε σε διαπεραστικό κρύο που σου περόνιαζε τα κόκαλα. Δεν περπάτησα περισσότερο από μιάμιση ώρα ανάμεσα σε πυκνό δάσος, ώσπου βγήκα σε χαρακτηριστικό διάσελο από όπου έβλεπα την ψηλότερη κορφή του βουνού, μα και τη γαλάζια επιφάνεια του Μυρτώου πελάγους να λαμπυρίζει στο λιγοστό φως του Ήλιου.

Ο καιρός γύρισε για τα καλά και ο ουρανός αντάριασε απειλητικά, καθώς το βουνό βυθιζόταν σε μια παγερή σιωπή. Χώθηκα ξανά στο δάσος, που ξαφνικά άρχισε να μοιάζει σκοτεινό και αφιλόξενο. Κατηφόριζα γρήγορα το μονοπάτι όταν οι πρώτες νιφάδες άρχισαν να χορεύουν ανάμεσα στις ελατοβελόνες. Αυτό που για μια στιγμή φαινόταν σαν ανοιξιάτικο αστείο, μεταμορφώθηκε γρήγορα σε πυκνή χιονόπτωση. Αν δεν το έβλεπα δεν θα το πίστευα. Αύριο θα είναι μια χειμωνιάτικη μέρα, σκέφτηκα

Πόσο έξω είχα πέσει και πάλι! Ο Πάρνωνας για ακόμη μια φορά είχε διαφορετική γνώμη. Το πρωινό ήταν εξαιρετικά ηλιόλουστο, ίχνος χιονιού πουθενά, ενώ όσο περνούσε η ώρα τόσο η θερμοκρασία άγγιζε τιμές εαρινές. Ο Πάρνωνας για ακόμη μια φορά αποδείχθηκε απρόβλεπτος! Δεν είναι τυχαίο βουνό και αυτό δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ειδικός για να το καταλάβει. Μπορεί να μη διαθέτει τα εντυπωσιακά νεφοσκέπαστα κορφοβούνια η Μεγάλη Τούρλα είναι η ψηλότερη κορφή, που μόλις αγγίζει τα 1.934 μέτρα όμως» επιβάλλεται στο τοπίο με τη μακρόστενη κορμοστασιά του που απλώνεται σε μήκος 110 χιλιομέτρων, καταλαμβάνοντας σχεδόν όλο το ανατολικό άκρο του Μοριά.

Γνωστός και σαν Μαλεβός, ο Πάρνωνας είναι από τα πιο δασωμένα ελληνικά βουνά και αυτό εύκολα το αντιλαμβάνεσαι όταν αρχίσεις τις περιπλανήσεις στις σκιερές κατάφυτες πλαγιές του. Τα πυκνότερα δάση βρίσκονται στα βόρεια, στο αρκαδικό τμήμα του βουνού, χωρίς βέβαια να υστερεί το κομμάτι της Λακωνίας, όπου κι εδώ υπάρχει εκτεταμένη δασοκάλυψη. Κυρίαρχο δασικό είδος είναι το κεφαλλονίτικο έλατο, που συναντάται σε ύψος 600 μέτρων και πάνω. Υπάρχουν όμως και μεγάλες εκτάσεις καλυμμένες με μαυρόπευκα. Φυσικά δεν λείπουν οι καστανιές που σε πυκνούς σχηματισμούς ζώνουν ολόγυρα τους οικισμούς αλλά και τα πλατάνια που σκεπάζουν την κοίτη των άφθονων ορεινών ρεμάτων και ρυακιών. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει για ένα είδος ασιατικού κέδρου (δενδρόκεδρο, γνωστό και σαν γιουνίπερος ο δρυπώδης) που ευδοκιμεί απ' όλη την Ελλάδα μόνο εδώ στον Πάρνωνα, στην περιοχή της Μαλεβής, γύρω από τον Πραστό και τον Κοσμά. Στα χαμηλότερα και κυρίως εκεί που ο Πάρνωνας υποκλίνεται μπρος στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας η μεσογειακή ακακία (θαμνότοποι) επικρατεί καλύπτοντας, με ένα πράσινο χαλί, βράχια και πλαγιές.

Η ποικιλία των ειδών της πανίδας του βουνού δεν είναι ανάλογη. Φυσικά λείπουν παντελώς τα μεγάλα θηλαστικά (ζαρκάδι, ελάφι, λύκος και αρκούδα), όχι βέβαια μόνο από εδώ, αλλά και από ολόκληρη την Πελοπόννησο. Υπάρχουν αρκετά είδη πουλιών, όπως δρυοκολάπτες, κοτσύφια, και μικρά θηλαστικά, όπως ο ασβός, ο λαγός, η αλεπού κι ελάχιστα τσακάλια.. Όμως ο Πάρνωνας είναι γνωστός για τα όμορφα και σπάνια λουλούδια του θεωρείται βοτανικός παράδεισος για τους ειδικούς αλλά και για τα άφθονα μανιτάρια του, που εδώ στο υγρό υπόστρωμα των δασών φαίνεται ότι βρίσκουν ιδανικές συνθήκες αναπαραγωγής.

Το όρος Πάρνωνας περιλαμβάνεται στις περιοχές του δικτύου Νατούρα 2000, με κωδικό 0Κ 2520006, λόγω της σπάνιας πανίδας και χλωρίδας του και των σπάνιων οικοτόπων της περιοχής. Η χλωρίδα του περιλαμβάνει γύρω στα 1.000 είδη φυτών κι από αυτά γύρω στα 25 θεωρούνται σπάνια ή είναι αποκλειστικά τοπικά ενδημικά. Ανάμεσα στα ενδημικά του ξεχωρίζουν η βιόλα του Πάρνωνα, ο αστράγαλος του Αγρανιώτη, ο στάχυς ο χρυσανθής, η μινουάρτια του Φαβαρζέ και το κυκλάμινο το ζωηρόχρωμο. Στα μη ενδημικά αλλά σπάνια είδη του βουνού περιλαμβάνεται το δενδρόκεδρο ή γιουνίπερος ο μακρόκαρπος, ένα ασιατικό είδος των βουνών της Τουρκίας και της Συρίας, που δεν υπάρχει σε άλλο μέρος της Ευρώπης.

Στην πανίδα του Πάρνωνα περιλαμβάνονται σπάνια και προστατευόμενα πουλιά, όπως ο μαυροηετρίτης, ο μπούφος, ο πετρίτης και ο σπιζαετός, σπάνια ερπετά όπως η ονυχοχελώνα, η κρασπεδοχελώνα, ο λαφίτης, το σπιτόφιδο, η ελληνική σαύρα και η γουστέρα της Πελοποννήσου, σπάνια αμφίβια, όπως ο δενδροβάτραχος, και το τσακάλι, είδος θηλαστικού που δεν υπάρχει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σπάνιοι τύποι οικοτόπων της περιοχής είναι τα δάση του δενδρόκεδρου, τα δάση πλατύφυλλης δρυός ), τα δάση καστανιάς, τα δάση του μαυρόπευκου, οι ορθοπλαγιές, τα δάση σκληρόφυλλων με αριές και πουρνάρια και οι ασβεστούχοι αλπικοί και υποαλπικοί λειμώνες. Για τη διαχείριση του ορεινού όγκου του Πάρνωνα έχει ιδρυθεί φορέας διαχείρισης όπου συμμετέχουν εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των οικολογικών οργανώσεων, των αρμόδιων υπουργείων, αλλά και της πανεπιστημιακής κοινότητας, ενώ έχει ήδη εκπονηθεί ειδική περιβαλλοντική μελέτη.

Στο πλαίσιο προστασίας του βουνού έχουν προταθεί να συμπεριληφθούν στο δίκτυο «Νατούρα 2000» οι ψηλότερες κορφές του μέχρι τη Μονή Μαλεβής, η περιοχή της Μονής Ελωνας με τη χαράδρα του Δαφνώνα και η λίμνη Μούστου, στο Αστρος.

Η ιστορία των ανθρώπων

Η παρουσία του ανθρώπου σε τούτες τις δασωμένες ορεινές εξάρσεις καταγράφεται ήδη από τη Νεολιθική εποχή. Πρώτοι οι Πελασγοί είχαν εδώ ισχυρά οικιστικά ερείσματα. Αργότερα ήρθαν οι Δαναοί, οι Αρκάδες, οι Αχαιοί και οι Δωριείς.

Το ανακάτεμα των συγγενών αυτών πολιτισμών, που δέχτηκε επιρροές από τα προελληνικά φύλα, γέννησε ιδιόμορφους θεούς όπως ο Κρόνος, ο Μαλεάτης Απόλλων και φυσικά ο τραγοπόδης Πάνας, σύμβολο της βουκολικής ζωής της Αρκαδίας, αλλά και πηγή έμπνευσης του αρκαδικού ιδεώδους που διαπότισε τον κλασικισμό των 17ου και 18ου αιώνων με τη φυσιολατρία. Η ορεινή κορμοστασιά του Πάρνωνα είναι σήμερα κατάστικτη από δεκάδες μικρά και μεγαλύτερα χωριά, αρχαίους ναούς και χριστιανικά μνημεία, κάστρα και οχυρωματικά έργα, που το κάθε ένα απ" αυτά έχει να μας ψιθυρίσει τη δικιά του ξεχωριστή ιστορία.

Ακολουθώντας γνωστά ταξιδιωτικά μονοπάτια, από την πρωτεύουσα της Αρκαδίας θα τραβήξουμε για ης ανατολικές πλαγιές, όπου πάνω σε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ανάγλυφο απλώνονται σαν δίχτυ μερικά από τα πιο γνωστά χωριά του Πάρνωνα Έπειτα από 29 χιλιόμετρα μας υποδέχεται το Καστρί με τα πετρόχτιστα σπιτάκια του, περιτριγυρισμένο από δάση ελάτης, πεύκου και καστανιάς. Στην είσοδο του χωριού, σε ένα πυκνόφυτο ρέμα, διασώζεται ένα από τα ελάχιστα τοξωτά γεφύρια του Μοριά. Συνεχίζουμε την ορεινή μας πορεία μέσα από δασωμένες πλαγιές και βγαίνουμε εύκολα στον Αγ. Πέτρο. Κομβικό σημείο της περιοχής, μοιάζει να ξεκουράζει τις γειτονιές του καθώς ακουμπά, 800 μέτρα ψηλά, σε απότομη πλαγιά του βουνού, κοιτώντας με το ένα μάτι τον Αργολικό κόλπο και με το άλλο τη μακρόσυρτη κορυφογραμμή. Αντικείμενο θαυμασμού αποτελεί η περίτεχνη θολωτή κρήνη, καμωμένη από πελεκητές πέτρες, που κοσμεί την πλατεία του χωριού .

Το πιο χαρακτηριστικό όμως κτίσμα είναι ο Πύργος του Αγά, που διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Από τον Αγ. Πέτρο ο επισκέπτης μπορεί να κατηφορίσει για τις παραλίες του Αργολικού κόλπου, να επισκεφθεί το Αστρος και να συνεχίσει το ταξίδι του είτε προς Λεωνίδιο είτε προς Αργός. Λίγο χαμηλότερα από τον Αγ. Πέτρο βρίσκεται η ιστορική Μονή Μαλεβής, ένα από τα πιο παλιά μοναστήρια του Πάρνωνα με χρονολογία ίδρυσης το 1616. Ένας άλλος καινούργιος ασφάλτινος δρόμος, που ξεκινά αμέσως μετά το γεφύρι του Τάνου ποταμού, κρύβεται στο ελατόδασος και οδηγεί ύστερα από ευχάριστη περιπλάνηση 25 χιλιομέτρων στην Καστάνιτσα, το καμάρι του Πάρνωνα Ο οικισμός, έτσι όπως ξεπροβάλλει μέσα από το σκιασμένο καστανόδασος που του έδωσε το όνομα του- εντυπωσιάζει Ανάμεσα στα όμορφα σπίτια με τις τετράριχτες σκεπές, σκεπασμένες με πλάκες, και τους ασβεστωμένους τοίχους, ξεχωρίζει ο πολεμόπυργος του Καψαμπέλη, χαρακτηριστικό δείγμα σπιτιού και οχυρωματικού έργου μαζί! Παλιότερα εδώ λειτουργούσαν σαράντα ασβεστοκάμινα και η σοδειά από τα καστανοπερίβολα άγγιζε ετησίως τους 500 τόνους. Μα τούτες είναι ιστορίες παλιές, καθώς σήμερα ελάχιστοι δουλεύουν στον καστανόλογκο και οι «καμιναραίοι» (παλιά συντεχνία) μόλις και μετά βίας συντηρούν ακόμη τα 3-4 παραδοσιακά ασβεστοκάμινο. Αξιόλογο είναι το παλιό σχολείο που κτίστηκε το 1870 με χρηματοδότηση της ισχυρής οικογένειας Καψαμπέλη και ανακαινίστηκε το 1945.

Εύκολα από την Καστάνιτσα, αλλά και από τον παράλιο οικισμό του Αγίου Ανδρέα προσεγγίζεται ο παραδοσιακός Πραστός. Στην πορεία μας θα επισκεφθούμε την παλιά μονή Εγκλειστουρίου με θαυμάσιες αγιογραφίες, που πιθανολογείται ότι κτίστηκε το 1733, αλλά και το αξιόλογο μοναστήρι της Εορτακουστής.

Ο Πραστός είναι ένα από τα παλαιότερα χωριά του Πάρνωνα με χαρακτηριστικά πυργόστητα και έντονη αρχιτεκτονική προσωπικότητα, η οποία τον έχει χαρακτηρίσει σήμερα παραδοσιακό οικισμό. Λιτά διώροφα ή τριώροφα κυβόσχημα σπίτια αγκαλιάζονται από ψηλό τειχισμένο αυλόγυρο με αψιδωτή είσοδο. Μέσα στην αυλή υπήρχαν το πατητήρι, ο φούρνος, η στέρνα, ενώ η επικοινωνία των ορόφων γινόταν με εξωτερική σκάλα Ο Πραστός ήταν κάποτε ξακουστό κεφαλοχώρι και πρωτεύουσα της Τσακωνιάς. Οι δαιμόνιοι ορεσίβιοι, σε συνεργασία με τους πλοιοκτήτες των Σπετσών, δημιούργησαν εμπορικούς οίκους σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης Οδησσό, Τεργέστη, Κωνσταντινούπολη και κυριολεκτικα μεγαλούργησαν. Τα σπίτια τους, φροντισμένα και επιτηδευμένα, ξεχωρίζουν ακόμη και σήμερα από τα υπόλοιπα των ορεινών χωριών, καθώς έχουν δεχθεί επιρροές από τη μορφή των σπετσιώτικων αρχοντικών. Για τούτη την όμορφη πολιτεία όλα τελείωσαν το 1826, τη χρονιά που οι ορδές του Ιμπραήμ, με την επικουρία Ευρωπαίων αξιωματικών, πέρασαν από φωτιά και τσεκούρι την ύπαιθρο του Μοριά. Έπειτα από εκείνα τα μαύρα χρόνια οι κάτοικοι του Γίραστού και των γύρω χωριών έκτισαν το Λεωνίδιο.

Στην Καστάνιτσα μπορεί να φτάσει κανείς ακολουθώντας εντελώς διαφορετική διαδρομή, που αν και παρουσιάζει έντονο περιηγητικό ενδιαφέρον, είναι λίγο περισσότερο κουραστική. Από την Ορεινή Μελιγού, που βρίσκεται πάνω στον οδικό άξονα Αγ. Πέτρου Αστρους, θα στραφούμε νότια για να προσεγγίσουμε τα χωριά Χάραδρος, Πλάτανος και Σίταινα. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι στο χωριό Πλάτανος πραγματοποιείται κάθε χρόνο προς το τέλος του Μαΐου η Γιορτή του Κερασιού (οι ημερομηνίες ποικίλλουν, ανάλογα με την ωρίμανση του καρπού). Η Γιορτή του Κερασιού είναι ο προπομπός μιας σειράς καλοκαιρινών εκδηλώσεων που οργανώνονται με τη φροντίδα των τοπικών αρχών και τη συμμετοχή όλων των κατοίκων, με τίτλο «Γιορτές των Κερασιών, των Νερών των Φεγγαριών και των Ερώτων». Ο Πλάτανος διατηρεί πολλά από τα παραδοσιακά στοιχεία στην αρχιτεκτονική του οικισμού του και ανήκει στην ευρύτερη περιοχή της Τσακωνιάς. Μάλιστα εδώ ομιλείται ακόμη από τους γεροντότερους ένα από τα δύο γλωσσικά ιδιώματα της τσακώνικης γλώσσας.

Στην πρωτεύουσα της Τσακωνιάς

Αναζητάμε για λίγο τη θαλασσινή διέξοδο στον παραλιακό δρόμο που παίζει με τις ακτές και κατευθυνόμαστε στο Λεωνίδιο. Σε πολλά σημεία οι απότομες πλαγιές βουτούν μέσα στο πέλαγος σχηματίζοντας άγρια, επιβλητικά τοπία. Αλλού πάλι μικρές κοιλάδες γεννημένες απ' τα υπόγεια νερά του βουνού μεταπλάθουν αρμονικά το χώρο, δήμιου ριγώντας ήρεμα ακρογιάλια. Η δαντέλα της ακτογραμμής ξεδιπλώνεται όλο εκπλήξεις και οι μικροσκοπικές αμμουδιές αλληλοδιαδέχονται τα βράχια ως την εκτεταμένη παραλία του Τυρού. Λίγο νοτιότερα κλέβουν την παράσταση ο μικροσκοπικός όρμος της Σαμπατικής με το ήσυχο ψαροχώρι που φωλιάζει στο μυχό του, το γραφικό λιμανάκι της Πλάκας και η όμορφη παραλία Πούλιθρα. Εδώ τελειώνει η παραθαλάσσια διαδρομή. Ο δρόμος στριφογυρνά διασχίζοντας την τραχιά τσακώνικη γη και οδηγεί στα απόμερα χωριά Πηγάδι, Πελετά, Χούνη, Κουνούπια, Βλησιδιά, Μάριον.

Όμως σε τούτη τη αρκαδική γωνιά, το Λεωνίδιο είναι αυτό που κερδίζει τις εντυπώσεις. Η πρωτεύουσα της Τσακωνιάς, αν και απέχει ελάχιστα απ' τη θάλασσα, είναι ορεινός οικισμός, γνήσιο παιδί του Πάρνωνα. Τα βράχια του βουνού, που αγκαλιάζουν από παντού τη ναυτική πολιτεία, δημιουργούν βουνίσια ατμόσφαιρα. Οι ρίζες της καταγωγής των Τσακώνων χάνονται βαθιά στις πτυχές της πολυτάραχης, μακραίωνης ελληνικής ιστορίας. Οι Τσάκωνες μνημονεύονται από την εποχή του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, ενώ ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι «...εκδιωχθέντες Ίωνες κατέφυγαν στην ανατολική Αρκαδία». Στην Τουρκοκρατία διακρίθηκαν ως έμποροι και ναυτικοί. Επιστρέφοντας στην πατρίδα τους έχτισαν εκκλησίες, υδραγωγεία και αρχοντικά, τους περίφημους «πύργους».

Το γλωσσικό τους ιδίωμα, ζωντανό μέχρι σήμερα, παρουσιάζει, σύμφωνα με μελετητές, δωρικά κατάλοιπα, ενώ η ονομασία τους κατά μία εκδοχή προέρχεται από τη λέξη «τσακώνι» που σημαίνει δύσβατος τόπος. «Καούρ Εκάναιε» ή στη νεοελληνική «καλώς ήρθατε». Αυτήν την επιγραφή αντικρίζει ο ταξιδιώτης μόλις φτάσει στο Λεωνίδιο, την πρωτεύουσα τη5 Τσακωνιάς, και οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ.

Σε ελάχιστη απόσταση από την αρκαδική πολίχνη, κτισμένο σε κοίλωμα του βράχου, βρίσκεται το μοναστήρι του Αγ. Νικολάου Σίντζα. Το όνομα του είναι πιθανόν να προήλθε από παράφραση της τσακώνικης λέξης «συτζα» που σημαίνει συκιά. Η χρονολογία ίδρυσης της μονής ανάγεται στο έτος 1400. Λόγω τπ5 απρόσιτης Θέσης της πρόσφερε πολλά στο διηνεκή αγώνα των ντόπιων κατά της οθωμανικής κυριαρχίας και σύμφωνα με την παράδοση δεν αλώθηκε ποτέ από τους Τούρκους Κοντά στο μοναστήρι βρίσκεται μια μεγάλη σπηλιά, όπου κατά το μύθο μεγάλωσε ο θεός Διόνυσος με τη φροντίδα της Ινούς.

Ένας Κοσμάς ανάμεσα στα έλατα

Από το Λεωνίδιο η πιο γνωστή διαδρομή σέρνεται στις νότιες απολήξεις του βουνού, περνά από τον Κοσμά, το μεσαιωνικό Γεράκι και έπειτα από μια μικρή περιπέτεια, καταλήγει με ασφάλτινο πια δρόμο στη Σπάρτη. Ο δρόμος φιδογυρνά παράλληλα με την κοίτη του χείμαρρου Δαφνώνα, μετά στρέφεται νότια να ανηφορίζει για την επιβλητική Μονή Ελωνας, που θαρρείς και έχει σφηνώσει στον κάθετο κοκκινωπό βράχο. Σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε το 1300, όταν δύο βοσκοί βρήκαν κρεμασμένη πάνω στο βράχο την εικόνα της Παναγίας. Το 1770, έπειτα από αποτυχημένη εξέγερση των Ελλήνων, οι Τούρκοι την πυρπόλησαν και έσφαξαν όλους τους μοναχούς. Ακολουθεί μια δεύτερη περίοδος ακμής και η φήμη που συνόδευε για καιρό τη μονή οδήγησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στην αναγνώριση της ως «πατριαρχικής» και «σταυροπηγιακής» με πολλά προνόμια Στην Επανάσταση του 21 η προσφορά της Μονής Ελωνας σε οικονομική βοήθεια ήταν μεγάλη, ενώ οι μοναχοί της πήραν μέρος σε πολλές μάχες.

Σήμερα είναι ένα γυναικείο μοναστήρι από τα πλέον ακμάζοντα και δραστήρια σε όλη την Πελοπόννησο. Στη συνέχεια ο δρόμος «ξεκουράζεται» για λίγο στο εντυπωσιακό κεφαλοχώρι του Κοσμά που βρίσκεται σε ύψος 1.000 μέτρων και συνεχίζει για το μεσαιωνικό Γεράκι, στο νόμο Λακωνίας. Ο Κοσμάς, κτισμένος σε ύφος 1.150 μέτρων, κυριαρχεί με την παρουσία του εδώ και αιώνες στις ανατολικές πλαγιές του Πάρνωνα. Τα σπίτια του χωριού είναι κτισμένα με ντόπια πέτρα από Λαγκαδινούς, Μακεδόνες και Κοσμίτες μαστόρους, κατά παράδοση φημισμένους πετροπελεκητές. Επίσης κύρια ασχολία των ορεσίβιων κατοίκων ήταν και η κατασκευή κτενιών για αργαλειό. Ονομαστή ήταν η συντεχνία των «Γεωργατζάδων» και οι επιδέξιοι τεχνίτες της διατηρούσαν τη δικιά τους συνθηματική γλώσσα. Παρά όλη τη σχεδόν ολική καταστροφή που γνώρισε από τους Γερμανούς το 1944, το χωριό ακόμη και σήμερα είναι ζωντανό κύτταρο ενός ορεινού πολιτισμού που χάνεται.

Οι δυτικές πλαγιές

Στα ανατολικά ο Πάρνωνας σβήνει τα ύφη του στην αλμύρα του Μυρτώου πελάγους. Οι δυτικές πλαγιές ξεδιπλώνονται πολυποίκιλες και δασωμένες, για να σμίξουν ομαλά με το πλούσιο ανάγλυφο του αρκαδικού υψιπέδου. Οι ράχες αυτές σπάνια πέφτουν κάτω από τα 800 μέτρα ύψος, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα πολυδαίδαλο και πολύκορφο σύμπλεγμα που αυλακώνεται από πολλά, μικρά αλλεπάλληλα φαράγγια, όπου η ανθρώπινη παρουσία δίνει το «παρών» με άφθονα χωριά και οικισμούς. Πάνω σε τούτον τον τόπο τρέχει ο εθνικός δρόμος Τρίπολης, Σπάρτης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν αφετηρία για κάποιον που θέλει να επισκεφθεί την περιοχή Από τις πιο γνωστές κοινότητες της περιοχής είναι τα Ανω Δολιανά, ένα μεγάλο κεφαλοχώρι που βρίσκεται σε ύψος 930 μέτρων. Εδώ το Μάιο του 1821 οι κάτοικοι μαζί με τον Νικηταρά αντιτάχθηκαν σθεναρά στα τούρκικα φουσάτα. Περισσότεροι από 200 Τούρκοι έπεσαν νεκροί. Μετά το μακελειό, ο Νικηταράς πήρε το παρωνύμιο Τουρκοφάγος.

Λίγο βορειότερα, κοντά στον οικισμό Μαυρίκι, βρίσκονται υπολείμματα του Ιερού της Αρτέμιδος Κνακεάτιδος, δωρικού ναού του 6ου αιώνα π.Χ. Νοτιότερα να αναφέρουμε το χωριό Βέρβενα, όπου διασώζονται χαρακτηριστικά πυργόσττιτα και το όμορφο μεγαλοχώρι Βούρβουρα που διατηρεί αλώβητη την αρχιτεκτονική του ταυτότητα.

Στη θέση όπου σήμερα απλώνουν τις γειτονιές τους οι Καρυές, βρισκόταν η ομώνυμη αρχαία πόλη, όπου λατρευόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα η Αρτεμις η Καρυάτις. Πιστεύεται ότι στο σημείο όπου είναι σήμερα κτισμένη η εκκλησία της Παναγίας υπήρχε το ιερό της θεάς. Από εδώ εύκολα συνεχίζεις την περιπλάνηση σου για την όμορφη Βαμβακού με τα πετρόκτιστα παραδοσιακά σπίτια, γενέτειρα του γνωστού εφοπλιστή Σταύρου Νιάρχου, αλλά και τα Βέρβενα, όπου δεσπόζει ο μαρμάρινος βυζαντινός ναός της Θεοτόκου.

Από τη Βαμβακού ξεδιπλώνεται μια θαυμάσια ορεινή διαδρομή που ξεγλιστρά ανάμεσα από καστανιές και καρυδιές για να τρυπώσει αργότερα στο πυκνό ελατόδασος. «Κατηφορίζουμε» προς Νότο, ενώ πατάμε πια τα χώματα της Λακωνίας αναζητώντας τα χωριά Βέρια, Τζίτζινα και το ιστορικό μοναστήρι των Αγ. Αναργύρων που κρύβεται στην άκρη μικρού φαραγγιού. Από κάποια σημεία η θέα προς το λακωνικό κάμπο, την κοιλάδα του Ευρώτα, μα κυρίως προς τα κορφοβούνια του Ταΰγετου είναι μεγαλειώδης. Ο Ταΰγετος, το «αρσενικό βουνό» του Νικηφόρου Βρεττάκου, εδώ, ανάμεσα από τους στιβαρούς κορμούς των ελάτων και από ύψος 1.000 μέτρων, ξεπροβάλλει εντυπωσιακός και φράζει τον προς δυσμάς ορίζοντα.

Ίσως το καλύτερο σκηνικό για τον επίλογο αυτού του οδοιπορικού μας έχει στηθεί σε αυτές τις νοτιοδυτικές παρυφές του Πάρνωνα, ανάμεσα σε χορταριασμένες στέγες, γερασμένους τοίχους, σιωπηλά καλντερίμια, με φόντο τα χιονισμένα κορφοβούνια του Ταΰγετου να τρυπούν προκλητικά το γαλάζιο ουρανό...

Ζερμέν Αλεξάκη – Θοδωρής Αθανασιάδης
VIEWS OF GREECE

ΕΠΑΝΩ-UP

© Giorgio Peppas