Welcome in Greece Welcome in Greece

 
 

ΑρχικήInitial ΠίσωBack

Αλήθειες για τα ψέματα...

Αν λέγαμε ψέματα μόνο την Πρωταπριλιά; «Η ζωή μας θα 'ταν καλύτερη. Κάθε μέρα λέμε ψέματα. Μόνο που την Πρωταπριλιά λέμε ψέματα για να διασκεδάσουμε. Να κοροϊδέψουμε την ηθική και τους ορθούς κανόνες, να νιώσουμε «καλύτεροι» από αυτούς που ξεγελάμε, και, αδιόρατα, να κερδίσουμε αυτοεκτίμηση και εμπιστοσύνη στον εαυτό μας.

Ο βαρόνος Μινχάουζεν ήταν ο μεγαλύτερος ψεύτης όλων των εποχών. Με περιπετειώδη ζωή - συμμετείχε σχεδόν σε όλους τους πολέμους των Ρώσων εναντίον των Τούρκων κατά τον 18ο αιώνα - μετά την απόσυρσή του στα κτήματά του το 1760, έγινε διάσημος ως αφηγητής απίθανων ιστοριών για τη ζωή του ως στρατιώτη, κυνηγού και αθλητή. Ιστορίες που αποτέλεσαν το υλικό για το πρώτο βιβλίο με τις περιπέτειες του Ρούντολφ Έριχ Ράσπε, το 1785.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να λένε ψέματα.  «Όλοι λέμε ψέματα, όλη την ώρα. Όταν θέλουμε να μάθουμε την αλήθεια για κάποιον, είναι πιθανώς το τελευταίο πρόσωπο που πρέπει να ρωτήσουμε», ισχυρίζεται ο ψυχολόγος Robert Feldman, από το Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης
Σύμφωνα με μια αμερικανική έρευνα, καθημερινά, λέμε 25 ψέματα κατά μέσο όρο. Οι άνδρες λένε δύο με τρεις φορές περισσότερα ψέματα από ό,τι οι γυναίκες. Σύμφωνα με μια αγγλική έρευνα, οι επιστήμονες βρήκαν ότι ο μέσος Βρετανός λέει 22 ψέματα λιγότερα από έναν Αμερικανό, όπερ τρία ψέματα την ημέρα, δηλαδή 1.092 τον χρόνο. Αντιθέτως, μία μέση γυναίκα φαίνεται ότι λέει σχεδόν δύο την ημέρα, περίπου 728, ετησίως. «Τα ψέματα μόνο σε δύο περιπτώσεις βοηθούν (και αυτόν που το λέει και αυτούς που τ' ακούνε): Οταν τα ψέματα, ως προϊόντα της φαντασίας, γονιμοποιούν την καλλιτεχνική δημιουργία. Βέβαια δεν μιλάμε ακριβώς για ψέματα αλλά για φαντασία, για επινοημένη αλήθεια. Αλλά όπως λέει κι ο ταξιδευτής Μινχάουζεν: "Οσο απίστευτη κι αν φαίνεται αυτή η ιστορία, ωστόσο πρέπει να είναι αληθινή, αλλιώς πώς θα μπορούσε να είχε συμβεί;".
Οταν τα ψέματα έχουν σκοπό την παρηγοριά και ταυτόχρονα εκπορεύονται από καλοσύνη. Ως έκφραση κοινωνικής αβρότητας, αλληλεγγύης, αγάπης, διευκολύνουν τη συμβίωση. Αντίθετα, τα ψέματα, ως μέσον απάτης, διαλύουν τις σχέσεις, καταστρέφουν την εμπιστοσύνη. Οταν μάλιστα ταιριάζουν με τις βαθύτερες επιθυμίες των θυμάτων τους, εκτρέπουν τις σκέψεις και προκαλούν ανόητες ή καταστροφικές αποφάσεις. Σ' αυτήν την περίπτωση βοηθούν μόνο τους απατεώνες».

«Για να έχει το ψέμα κοντά ποδάρια θα πρέπει να μην έχει κοντά ποδάρια η μνήμη αυτών που ξεγελιούνται. Και τούτο δυστυχώς δεν είναι συχνό».

Τώρα στην δικιά μας φάρα το ψέμα ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει, γιατί ως γνωστό , τα μεγαλύτερα λέγονται μετά το κατά την διάρκεια του πολέμου και πριν τις εκλογές...

    Υπάρχουν άτομα που λένε ψέματα απλά για να επιβεβαιωθούν στα μάτια του κόσμου και να ανέβουν στην εκτίμηση τους ...

    Υπάρχουν άτομα που λένε ασυνείδητα ψέματα , γιατί τους ανάγκασε η στιγμή ώστε για να καλύψουν την όποια αλήθεια που βέβαια κατά την γνώμη τους αδικεί η τους μειώνει ...

    Υπάρχουν άτομα που δολίως λένε ψέματα για να περάσουν την γνώμη τους η να διαβάλουν η ακόμα να κάνουν κακό σε κάποιον τον οποίον στην πραγματικότητα ζηλεύουν αφού δεν μπορούν να τον φθάσουν ποτέ...

    Υπάρχουν άνθρωποι που στήνουν ένα ολόκληρο ψεύτικο σκηνικό με ψέματα , ψέμα πάνω στο ψέμα ώστε να παρουσιάσουν ένα αυτό και μία εικόνα που στην πραγματικότητα δεν τους αντιπροσωπεύει καθόλου με σκοπό οποιοδήποτε μορφής μελλοντικές απολαβές αποβλέπουν για τον ευατόν τους .

Υπάρχουν ακόμη δεκάδες περιπτώσεις ατόμων που λένε ψέματα για διάφορους λόγους ....

Διαμόρφωση gpeppas.gr

Περί κυνηγίου και άλλων…

Την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου τα ΜΜΕ ήταν πλήρη ειδήσεων με κορυφαία αυτή περί ραγδαίων εξελίξεων στην οικονομία, το επόμενο χρονικό διάστημα.  Ο θείος Αφεντούλης, όταν ακούει για ραγδαία φαινόμενα αναζητεί συνήθως την ομπρέλα του, μονολογώντας: «έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα». Αυτή τη φορά, καψωμένος όπως ήταν από τον τελευταίο (;) καύσωνα του φετινού καλοκαιριού, πήρε μολύβι και χαρτί, έκανε κάτι υπολογισμούς και στο τέλος απευθύνθηκε στη σύζυγο:

«Πολυτίμη λέγω. Φιρί φιρί το πάνε να μας φάνε το δώρο, όσο μας άφησαν δηλαδή, που θα μας έδιναν για τα Χριστούγεννα.» «Που να φας τη γλώσσα σου!» πήγε να πει η σύζυγος αλλά δεν πρόλαβε να αποτελειώσει τη φράση γιατί ο θείος εκτόξευσε τρεις μακρόσυρτους συριγμούς « Σσσς, Σσσς, Σσσς» και συμπλήρωσε: «Πολυτίμη ακούω ειδήσεις.»

Σε κάποιο κανάλι, ο παρουσιαστής έλεγε ότι θηροφύλακες συνέλαβαν δύο ιερείς, κάπου στην Ηλεία, που πήγαιναν να κυνηγήσουν λαγούς παρανόμως, αν κατάλαβε καλά ο θείος Αφεντούλης. Πάντως αυτός σχολίασε: «Για να δούμε τώρα πόσα απίδια βάζει ο σάκος. Θα ξαναεπιθυμήσετε λαγωόν ξυγκάτον;(!)»

Η Πολυτίμη άρχισε το θυμιάτισμα για να επαναφέρει στον ίσιο δρόμο τον αμαρτωλό Αφεντούλη που υιοθέτησε άκριτα τις κατηγορίες. Η ίδια πιστεύει ότι πρόκειται περί πλάνης και συμβαίνει κάτι άλλο. Πού ακούστηκε παπάς να ντουφεκάει λαγό; Εδώ ο σύζυγος, που ήταν στα νιάτα του, δηλωμένος κυνηγός με άδειες και βούλες και διέθετε πλήρη εξάρτηση κυνηγίου, και τα λυπότανε τα θηράματα. Συνήθως αγόραζε καμιά κότα για το σπίτι. Μια φορά μάλιστα που δεν βρήκε κότα αγόρασε ένα πεπόνι κι ένα καρπούζι κι όταν τα έβγαλε από το σακίδιο η θεία ρώτησε: «Να τα κάνω ψητά στη σγάρα;»

Επόμενο ήταν να γίνει «της κακομοίρας» από τις φωνές του Αφεντούλη που θεώρησε την ερώτηση ειρωνική. Πάντως, το ζήτημα του λαγού το έκλεισε ο θείος, προ ετών, άπαξ και διά παντός. Γνώρισε έναν φίλο που εκτρέφει κουνέλια. Όποτε λοιπόν η Πολυτίμη επιθυμήσει στιφάδο, ο ίδιος τάχα δεν θέλει κι ας τρώει το περισσότερο, αγοράζει ένα ζωντανό κουνέλι το απόγευμα της προτεραίας, το αμολάει στην αυλή για να αγριέψει και την επόμενη μέρα το περιποιείται η Πολυτίμη και τρώνε ένα στιφάδο, μα ένα στιφάδο! Τύφλα να έχουν οι λαγοί και τα κυνήγια. Μέχρι και 200 ευρώ φτάνει η τιμή του λαγού στο Κολωνάκι, πληροφορήθηκε από το δελτίο ειδήσεων ο θείος και εξανέστη. «Δεν αγοράζουν καμιά δεκαριά κουνέλια να ξεχειμωνιάσουν;» αναρωτήθηκε αλλά πετάχτηκε η Πολυτίμη και ρώτησε: «Έχουν αυλές στο Κολωνάκι;»

Η συζήτηση διακόπηκε για να αποφευχθεί κάποια πιθανή συζυγική σύρραξη. Με την ευκαιρία αυτή όμως, ο θείος θυμήθηκε έναν παλιό φίλο στη Μυτιλήνη που είχε κατάστημα με είδη κυνηγίου και ψαρέματος. Αυτός του είχε διηγηθεί διάφορες ιστορίες. Είναι γνωστό ότι συνήθως, οι κυνηγοί και οι ψαράδες, λένε ψέματα για τις επιδόσεις τους ή καλύτερα υπερβάλλουν. Έτσι ο καταστηματάρχης επινόησε τον χειροκίνητο «ανιχνευτή ψεύδους».

Σε ταβανόξυλο του καταστήματος, άνωθεν του ταμείου, κρέμασε ένα τροκάνι (σιδερένιο κουδουνάκι που φορούν μικρά ζώα) κι έδεσε το σήμαντρο με ψιλή πετονιά. Στην άλλη άκρη τοποθέτησε μικρό κρίκο και τον έκρυψε πίσω από τον πάγκο για να μην φαίνεται. Ένα απόγευμα λοιπόν που ένας πελάτης, δεινός κυνηγός, άρχισε να ρητορεύει πώς σκότωσε μια μπεκάτσα πάνω στη λεμονιά κι ένα σκάγι τρύπησε ένα λεμόνι ενώ η μπεκάτσα πήρε φωτιά, από τον πυροβολισμό, και την απόλαυσε ψητή και λεμονάτη, ακούστηκε «γκλιν γκλαν» το τροκάνι και ο ψεύτης επανήλθε στην οδό της αληθείας. Μπορεί ο ανιχνευτής να έκανε δουλειά με τα ψέματα των πελατών αλλά αυτοί πείσμωσαν κι άρχισαν να του πηγαίνουν κάθε βδομάδα ένα λαγό ρεγάλο, επειδή όπως έλεγαν είχαν σκοτώσει πολλούς.

Ο καταστηματάρχης, κυνηγός και ο ίδιος, δεν τους πίστεψε και ψάχνοντας έμαθε ότι αγόραζαν τους λαγούς ρεφενέ (όχι 200 ευρώ βέβαια!). Μια μέρα έφυγε κρυφά, κρέμασε και ταμπέλα στην πόρτα του καταστήματος «Είμαι στο κυνήγι. Επιστρέφω σε λίγο», σκότωσε έναν λαγό και τον έκρυψε επί τόπου. Στους πελάτες είπε ότι δεν βρήκε ούτε πουλί πετάμενο κι αυτοί φυσικά προσφέρθηκαν να πάνε όλοι μαζί για κυνήγι το επόμενο πρωινό. Ο καταστηματάρχης έβαλε με τρόπο τον λαγό σε εμφανές σημείο κι αυτοί μόλις τον είδαν άρχισαν τις μπαταριές λες και ήταν τεθωρακισμένο. Όταν πλησίασαν, ο λαγός έφερε στο στόμα σημείωμα που έγραφε: «Με φάγατε μπαμπέσικα». Από τη μέρα εκείνη οι λαγοί ρεγάλο, κόπηκαν με το μαχαίρι.

Ο θείος διηγήθηκε αυτά τα περιστατικά στην Πολυτίμη για να περάσει η ώρα. Όταν τελείωσε, εκείνη αποκρίθηκε: «Προκομμένος ο φίλος σου. Θυμάσαι που μας είχε προσκαλέσει στο σπίτι του, στη Μυτιλήνη, και βρήκαμε στο μαγαζί μια ταμπέλα που έγραφε: «Είμαι για κυνήγι στην Τουρκία, επιστρέφω σε λίγο!» Να είναι καλά η γυναίκα του που μας φιλοξένησε» «Ο φίλος όμως έφερε παστουρμά τρία άλφα και μια σακούλα κουκουνάρι. Ταράξαμε τα καλαμάρια γεμιστά, αν θυμάσαι καλά Πολυτίμη» είπε ο θείος, υπερασπιζόμενος τον φίλο του. «Ύστερα από δύο μέρες γύρισε στο σπίτι Αφεντούλη. Η γυναίκα του κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία κι είχε κι εμάς στο κεφάλι της» απάντησε η θεία και συνέχισε: «Άσε τον φίλο σου από τη Μυτιλήνη στην ησυχία του. Δεν λες τον άλλο φίλο σου να μας φέρει ένα κουνέλι.» «Στιφάδο; Στιφάδο, Πολυτίμη;» ρώτησε ο θείος κι έτρεξε στο τηλέφωνο.

Πηγή: http://www.antikleidi.wordpress.com

ΕΠΑΝΩ-UP