|
|
Initial
Back
Τρία – τέσσερα χρόνια πίσω, τέλη Σεπτέμβρη – αρχές Οκτώβρη θα'τανε, τέτοιος καιρός, ένα γλυκό φθινοπωρινό σούρουπο, είχα απλώσει ένα χελοπαράγαδο στην Ευθυγράμμιση* χαμηλά, κοντά στη θάλασσα. Καθώς το ελαφρύ βοριαδάκι που φύσαγε δεν ήταν ιδιαίτερα κρύο και γνωρίζοντας πως σε λίγο τα μεγάλα λαβράκια θα βγούν για κυνήγι, αποφάσισα, αντί να επιστρέψω στην καλύβα και να ξανά'ρθω το πρωί για να σηκώσω το παραγάδι, να μείνω εκεί ψαρεύοντας με την πετονιά και να τα μαζέψω να φύγω, μια και καλή, όταν κρυώσω ή βαρεθώ…
Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν ο κράχτης πήρε μπρός. Ένας οξύς, διαπεραστικός, ενοχλητικά μονότονος συνδυασμός ήχων, το ηλεκτρονικό κάλεσμα του ορτυκιού, γέμισε την ατμόσφαιρα, χάλασε τη γαλήνη της νύχτας.
Στην εντελώς επίπεδη απεραντοσύνη του βάλτου, οι ήχοι μεταδίδονται εύκολα σε μεγάλες αποστάσεις και οι τούφες των καλαμιών τους αντανακλούν μπερδεύοντας και το πιο έμπειρο αυτί. Νόμιζα πως ο κράχτης ήταν λίγα μέτρα δίπλα μου, μα κάθε φορά που γύριζα το κεφάλι, μού φαινόταν σαν να άλλαζε και η κατεύθυνση απ'όπου έρχονταν ο ήχος.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα μάζεψα το παραγάδι και εκνευρισμένος, παρά την καλή ψαριά, ξεκίνησα να φύγω. Όταν έφτασα στην καλύβα, τρία χιλιόμετρα πιο πάνω κι έσβησα τη μηχανή της βάρκας, ο κράχτης ακουγότανε πάλι σαν να ήταν δίπλα μου… τα νεύρα μου κουρέλια!
Εκείνο τον καιρό ήμουν μέλος του Δ.Σ. του τοπικού κυνηγετικού συλλόγου και η συνεργασία που είχαμε με τα παιδιά της θηροφυλακής ήταν υποδειγματική. Αποφάσισα λοιπόν να τους ειδοποιήσω το πρωί, όταν αρχίσει το τουφεκίδι, να πάμε να την στήσουμε και να τους πιάσουμε για υπερβολική κάρπωση τους εξυπνάκηδες, να βάλουν γνώση…
Μα ξημέρωσε η καινούρια μέρα και τουφεκιά δεν ακούστηκε. «Την πατήσανε» πανηγύρισα χαιρέκακα μόνος μου, «δεν κατέβασαν πουλιά, καλά να πάθουν»…
Το άλλο βράδυ τα ίδια. Και το επόμενο και το μεθεπόμενο… ο κράχτης να παίρνει μπρός στις δέκα ακριβώς, να μου σπάει τα νεύρα όλη νύχτα, να σβήνει στις έξι το πρωί… και τουφέκι να μη σκάει όλη μέρα… κόντεψα να σκάσω εγώ!
Άρχισα να σκέφτομαι μήπως το παρατήσανε το μηχάνημα, με κάποιο χρονοδιακόπτη να το ανοιγοκλείνει αυτόματα και φύγανε. Οι συνθήκες ήταν ιδανικές, ο καιρός κατάλληλος. Μα να μη πέφτει μια τουφεκιά; Κι έτσι πάρθηκε η μεγάλη απόφαση. Το βράδυ θα πήγαινα να βρω τον κράχτη…
Όπως είπα και πιο πάνω, δεν είναι εύκολο να εντοπίσεις την προέλευση ενός τέτοιου ήχου μέσα στο βάλτο. Μπαινόβγαινα για ώρες σε κανάλια και καναλάκια, προσπαθώντας να βγάλω άκρη, γύρισα όλα τα χέρσα όπου θα μπορούσε κάποιος να οργανώσει ένα τέτοιο «κυνήγι», ξεσήκωσα όλα τα παπιά του Γκιαούρ – αντά, κοπάνησα πάνω σε μισοβυθισμένα κούτσουρα, τυραννήθηκα και τυράννησα τη βάρκα και τη μηχανή ολονυκτίς, για να βρεθώ, λίγο πριν το ξημέρωμα στην Ελληνική όχθη του Έβρου και ν'ανακαλύψω ότι ο κράχτης, που όλες αυτές τις νύχτες νόμιζα πως «παίζει» κάπου δίπλα μου, έδινε τη συναυλία του σε Τούρκικο έδαφος!
Τα σύνεργα είναι μόνιμα μέσα στη βάρκα, λίγο δόλωμα είχε μείνει από βραδύς, δένω σε μια τούφα, δολώνω, ρίχνω μια πετονιά στο ποτάμι. Όχι τόσο για να ψαρέψω -δεν είναι καλή η ώρα- μα πιο πολύ για να μείνω ως να φέξει, να δω τι γίνεται απέναντι…
Πήρε να χαράζει. Ο κράχτης σταμάτησε, τ'αυτιά μου ξεβούιξαν, ένα ωραίο δίκιλο ποταμολάβρακο δίνει ενδιαφέρον στην απρογραμμάτιστη αλιευτική μου εξόρμηση…
Ο ήλιος ξεπροβάλλει πίσω απ'τα υψώματα της Αίνου την ώρα που ένα Τούρκικο καϊκάκι, απ'αυτά τα φτιαχτά στο χέρι, με την καθιστή μηχανή, μπαίνει στο οπτικό μου πεδίο, ανεβαίνοντας το ποτάμι. Ο άντρας τραβάει κουπί κόντρα στο ρεύμα, η γυναίκα σηκώνει τα δίχτυα…
Το γνωρίζω τούτο το ζευγάρι. Χρόνια ψαρεύουμε στα ίδια νερά. Όταν το σύνορο είναι η μέση ενός μεγάλου ποταμιού, είναι ένα σύνορο… ρευστό! Και τα ψάρια δεν έχουν διαβατήριο. Έτσι, όποτε ανταμώσουμε, σταματάμε, πιανόμαστε σκαρμό με σκαρμό, λίγα Τούρκικα εγώ, λίγα Ελληνικά εκείνος, επιστήμονες στη νοηματική κι οι δυό, μια χαρά συνεννογιόμαστε, λέμε δυό κουβέντες, μπορεί να καπνίσουμε κι ένα τσιγάρο παρέα.
Κάποια στιγμή μου είχε ζητήσει και του'δειξα, πώς να δένει πετονιά παράμαλλο σε κοραλόν μάνα. Δεν το λησμόνησε, παρ'όλο που δεν τον είδα να δουλεύει παραγάδι ποτέ…
Μόλις τώρα ανακαλύπτω πως τ'όνομά του δεν το ξέρω. Θα τον ρωτήσω την επόμενη φορά…
«Κράτα το δίχτυ» λέει στη γυναίκα μόλις έφτασε δίπλα και με είδε. Το πρόσωπό του δείχνει χαρά. Το καϊκάκι ακινητοποιείται. Τον καλημερίζω στα Τούρκικα, απαντά Ελληνικά και μετά περιπαικτικά:
-Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα; Τέλειωσαν τα ψάρια στο άλλο ποτάμι;
-Ήρθα να πάρω κανένα κι από 'δω, που τά'μασες όλα μόνος σου, ανταποδίδω το πείραγμα.
Γελάμε. Προσφέρω τσιγάρο. Η γυναίκα τυλίγει το δίχτυ στο κοκκόρι της πλώρης και από ένα θερμός μας σερβίρει ζεστό τσάι σε πλαστικά κύπελλα. Λέμε για τα ψάρια και τις ψαριές μας, τα νερά που πήραν να κρυώνουν, το καλοκαίρι που πέρασε… Τον ρωτάω για τον κράχτη, τραβάει τα μαλλιά του γελώντας…
-Εκείνο το βλαμμένο, ο μικρός μου αδερφός, μαζί με κάτι άλλα άχρηστα σαν εκείνον βρήκαν τρόπο να βγάζουν λεφτά. Πιάνουν πουλιά και τα πουλάνε!
-Τι πουλιά πιάνουν, μπάμ δεν ακούστηκε μια βδομάδα τώρα…
-Εγώ στήνω δίχτυα στο νερό. Αυτός τα στήνει στον αέρα. Άλλα δίχτυα. Ψιλά, μαύρα, σκληρό νήμα. Πιάνουν πολλά πουλιά. Φορτηγάκι έρχεται και τα παίρνει, στην Ιταλία τα πηγαίνει θαρρώ. Γέμισαν παράδες σου λέω τα άχρηστα…
-Και που είναι; Δεν βλέπω τίποτα…
-Δυό – τρία χιλιόμετρα παραμέσα, πιο κάτω, κοντά στη θάλασσα.
-Κι ακούγεται τόσο δυνατά; (Οι τεχνικοί όροι μας δυσκολεύουν, επιστρατεύονται τα νοήματα ξεμπερδεύεται το κουβάρι):
-Έχουν ένα βανάκι. Γεννήτρια, ενισχυτής, μεγάλες κόρνες. Στο χωριό τους λέμε «ζαλάδες», χάνουμε τον ύπνο μας. Τρείς σειρές δίχτυα, δυό χιλιόμετρα η κάθε μια, πεντακόσια μέτρα απόσταση, η μια πίσω από την άλλη...
…Κάποιες φορές νυχτώνει κι αυτοί ακόμα ξεσκαλώνουνε πουλιά από τα δίχτυα!
Στο καφενείο του χωριού μου, λίγες μέρες μετά, μια μεγάλη κυνηγοπαρέα και το μισό Δ.Σ. του συλλόγου στο τραπέζι, κλασσική κατάσταση, πίναμε τσίπουρα κουβεντιάζοντας για -τι άλλο- το κυνήγι. Διηγήθηκα την πρόσφατη εμπειρία μου στους συνδαιτυμόνες και ξεκίνησε η γκρίνια…
Ο Αλέξης είναι ένας από 'κείνους τους κυνηγούς που πούπουλο δεν τουφεκίσαν στη ζωή τους. Κυνηγάει λαγό και μόνο λαγό. Όταν, πιτσιρικάδες, οι υπόλοιποι κυνηγάγαμε κορυδαλλούς με τις σφεντόνες, αυτός κλώτσαγε τις βατσινιές, μπας και ξεπετάξει κάποιον αυταρά, παρ'όλο που ήξερε πως δεν πρόκειται να τον πετύχει… Όταν μιλάμε για τριχωτό δεν σταματιέται. Όταν η κουβέντα πάει στο φτερωτό δεν βγάζει άχνα. Το πολύ – πολύ να γρυλλίσει κανένα, όσο γίνεται περισσότερο εμφατικά απαξιωτικό: «τσιροπλάδες, φυσιγγοκάφτες» κι αυτό είναι όλο…
Ακούει τη γκρίνια μας αμίλητος, υπομονετικά, κουνώντας που και που το κεφάλι όλο ειρωνική συμπόνια… «Για σταματήστε», λέει ξαφνικά και η συζήτηση κόβεται μαχαίρι. Παραξενεμένοι όλοι περιμένουμε ν'ακούσουμε τι έχει να πεί, αφού θα είναι η πρώτη φορά που θα πάρει μέρος σε συζήτηση που έχει να κάνει με ιπτάμενα θηράματα…
-Είσαστε κι άμυαλοι βρε τσιροπλάδες… δεν σας κόβει ντιπ… σιγά το πρόβλημα που δε μπορείτε να λύσετε…
-Για πες τη λύση εσύ που το'λυσες Αλέξη…
Έχει ένα μοναδικό τρόπο να κουβεντιάζει, κάνοντας ερωτήσεις που τις απαντά μόνος του προτού προλάβει κάποιος άλλος… πιθανότητα να διακόψεις τον Αλέξη σαν πάρει φόρα; Καμία!
-Λέτε πως στη Βουλγαρία τα κασετόφωνα δουλεύουν ανενόχλητα καθημερινά, έτσι; Ναι…
Στα Σκόπια, στη Σερβία, στην Αλβανία τα ίδια. Σωστά; Σωστά…
Στην Τουρκία τα καημένα τα τσιροπούλια τα πιάνουν κατά χιλιάδες με τα δίχτυα. Ναι; Ναι…
Γύρω – γύρω παντού με κράχτες τα κυνηγούν, εσείς τι περιμένετε, με το σταυρό στο χέρι να δείτε χαΐρι;
-Τι να κάνουμε βρε Αλέξη; Ν'αρχίσουμε ο καθ'ένας να στήνουμε από ένα κράχτη; Κι έτσι θα γίνει δουλειά θαρρείς; Άσε που στην Ελλάδα απαγορεύεται. Κυνηγημένος, με την ψυχή στο στόμα και το μάτι πίσω απ'την πλάτη σου τι κυνήγι να 'φχαριστηθείς;
-Γιατί τους έχουμε τους συλλόγους; Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή μονάχοι σας κυνηγάτε. Συνεννοηθείτε. Να στήνει ο σύλλογος δυό κασετόφωνα σε δυό μεριές, να ξέρουν τα μέλη που και πότε, να πηγαίνετε να κάνετε κατανάλωση στους φυσιγγάδες!
-Απαγορεύεται ρε φίλε. Θα πάει ο σύλλογος κόντρα στο νόμο; Να πάμε όλοι στη φυλακή θες; Απαγορεύεται. Τι δεν καταλαβαίνεις;
-Οι νόμοι αλλάζουν όταν δεν κάνουν τη δουλειά για την οποία φτιάχτηκαν. Ποιος είναι ο σκοπός του νόμου που απαγορεύει τους κράχτες; Να προστατεύσει το θήραμα. Σωστά; Σωστά… Πετυχαίνει ο νόμος το σκοπό του; Όχι! Διακόσια κασετόφωνα τσιρτσιρίζουν κάθε βράδυ γύρω – γύρω…
Είναι καλύτερα έτσι ή να είναι δύο, οργανωμένα, ελεγχόμενα, οι θηροφύλακες στον τόπο, το Δασαρχείο εκεί, να κάνουν κουμάντο, ποιος ήρθε τι βάρεσε… να πάψετε να τουφεκιέστε και μεταξύ σας τρομάρα σας…. Τι δεν κατάλαβα εγώ ή τι δεν θα καταλάβετε ποτέ εσείς; Μαζευτείτε, δείξτε στο νομοθέτη –που δεν είναι τσιροπλάς και δεν ξέρει- ότι δεν λειτουργεί το σύστημα, δώστε του να καταλάβει πως υπάρχει καλύτερος τρόπος να πετύχει το σκοπό του, να δείτε πως αλλάζει ο νόμος τακ –τακ και γίνεται η δουλειά όλων μια χαρά… πως νικάει το αυτονόητο. Κάνω λάθος; Όχι!
Όχι φίλε. Δεν κάνεις λάθος. Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα τόσο απλά θα νικούσε το αυτονόητο. Μα στη δική μας το αυτονόητο είναι σχεδόν πάντα δυσνόητο και στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον ακατανόητο… με εννόησες;
Γιώργος Κ Αποστολόπουλος.
*το κατοικημένο κομμάτι του Δέλτα του ποταμού Έβρου, ο περίφημος Γκιαούρ – αντάς (το νησί του άπιστου) ορίζεται από τρία, σχεδόν παράλληλα μεταξύ τους ποτάμια. Το ανατολικό είναι ο Έβρος που χωρίζει την Ελλάδα από την Τουρκία. Το κεντρικό είναι η Ευθυγράμμιση, η κύρια οδός απορροής των νερών του ποταμού και το δυτικό είναι η Παλιομάριτσα που χωρίζει τα επιτρεπόμενα για χρήση από τον άνθρωπο εδάφη από τα απαγορευμένα, τα αποστειρωμένα μέσα από διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις που οι ηγεμόνες μας υπέγραψαν χωρίς ποτέ να διαβάσουν.
Photo : gpeppas.gr
| .
| |