Η Ροδόπη είναι μια μεγάλη οροσειρά κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, στα βόρεια των νομών Δράμας, Ξάνθης και Ροδόπης. Κατά την ελληνική μυθολογία, η οροσειρά ονομάστηκε έτσι από τη βασίλισσα της Θράκης Ροδόπη, σύζυγο πιθανώς του Αίμου, οι οποίοι προκάλεσαν την οργή του Δία και για τιμωρία τους μεταμορφώθηκαν σε βουνά.
Η οροσειρά της Ροδόπης συνθέτει ένα πολύτιμο μωσαϊκό οικοσυστημάτων της Βαλκανικής χερσονήσου και αποτελεί μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες οικολογικά περιοχές της Ευρώπης, εξαιτίας της μεγάλης βιοποικιλότητας που παρουσιάζει (σχεδόν το 60% των ειδών που απαντώνται σε όλη την Ευρώπη υπάρχουν εδώ). Σε αυτό συνετέλεσε η γεωγραφική της θέση (σημείο συνάντησης της βαλκανικής, ιρανοκασπικής και μεσογειακής χλωρίδας και πανίδας), η γεωλογική σύσταση και γεωμορφολογία της, καθώς και το γεγονός ότι δεν καλύφθηκε από παγετώνες την τελευταία εποχή των παγετώνων.
Μορφολογία
Η οροσειρά της Ροδόπης χαρακτηρίζεται από πολυάριθμες κορυφές χαμηλού σχετικά υψομέτρου. Η ψηλότερη κορυφή της (εντός Ελληνικού εδάφους), η Δελημπόσκα έχει υψόμετρο 1.953 μέτρα και βρίσκεται στο νομό Δράμας στον ορεινό όγκο του Φρακτού, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Αυτό ίσως που κάνει την Ροδόπη μοναδική είναι ο υδάτινος πλούτος της. Διασχίζεται από τον Νέστο ποταμό και τους δεκάδες παραποτάμους του, ενώ έχει πολύ υψηλό δείκτη βροχοπτώσεων.
Διαχωρίζεται σε:
Δυτική Ροδόπη: Ρίλα ή Ανατολικός Όρβηλος (δεν θεωρείται από όλους μέρος της Ροδόπης)
Κεντρική Ροδόπη: Ελατιά, Φρακτό, Κούλα (Στάμνα, Χαϊντού), Αχλαδόβουνο, Καμέρτζη
Ανατολική Ροδόπη: Παπίκιο, Όρη Βυρσίνης, Σάπκα, Επτάδενδρος
Το κλίμα
Το κλίμα της οροσειράς της κεντρικής Ροδόπης χαρακτηρίζεται από δριμείς χειμώνες και θερμοκρασίες που κυμαίνονται από -17 έως +38 βαθμούς Κελσίου. Οι βροχές είναι έντονες και στη Χαϊντού, στα 1240 μ. υψόμετρο, το μέσο ύψος βροχής είναι 980mm. Το υγρό κλίμα που επικρατεί ευνοεί τη βλάστηση συγκεκριμένων ειδών και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επιβίωση πολλών ειδών ορνιθοπανίδας.
Το Παρθένο Δάσος του Φρακτού
Για 500 ολόκληρα χρόνια παρέμεινε ανέγγιχτο από τον άνθρωπο. Βρίσκεται στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και έχει έκταση 11.000 στρέμ. Λέγεται Φρακτό διότι η περιοχή μοιάζει με λεκάνη φραγμένη από βουνοκορφές. Δάση, ποτάμια και καταρράκτες συνθέτουν το τοπίο. Έχει χαρακτηρισθεί Μνημείο της Φύσης και τελεί υπό καθεστώς απόλυτης προστασίας. Μέσα στα όριά του απαγορεύεται οποιαδήποτε δραστηριότητα και για την επίσκεψή του απαιτείται άδεια από το δασαρχείο της Ελατιάς
Η Ελατιά
Είναι γνωστή και με το τούρκικο όνομα Καρά Ντερέ. Καλύπτεται από πυκνά δάση κατά 90%. Βρίσκεται στο κεντρικό και βόρειο τμήμα του Νομού Δράμας και έχει έκταση 67.893 εκτάρια. Πυκνά δάση από πεύκα, οξιές, και δρύες, δάση από σημύδες και κόκκινο έλατο με ύψος που φτάνει τα 50 μ., σύνολο 712 είδη δένδρων και φυτών καλύπτουν την περιοχή.
Η Χαϊντού
Βρίσκεται στα βόρεια του ποταμού Νέστου και η ψηλότερη κορυφή της, το Γυφτόκαστρο, φτάνει τα 1.827 μ. Στο παρθένο δάσος της Χαϊντούς οι ερευνητές μπορούν να παρατηρήσουν σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας. Συχνά είναι τα κρούσματα παράνομου κυνηγιού, ακόμη και των αυστηρά προστατευομένων ειδών.
Το όρος Φαλακρό
Βρίσκεται στο δυτικό άκρο της οροσειράς της κεντρικής Ροδόπης. Λόγω του υπεδάφους που περικλείει γρανίτες και μάρμαρα, δεν υπάρχει ψηλή βλάστηση ούτε και πυκνά δάση. Υπάρχει όμως τέτοια ποικιλία και πλούτος φυτών, που οι ειδικοί το ονομάζουν "βοτανικό παράδεισο". Αυτός ο "παράδεισος" Φαλακρό.jpgκινδυνεύει να καταστραφεί, διότι δεν προστατεύεται. Το χιονοδρομικό κέντρο που υπάρχει στο βουνό, καθώς και οι εργασίες εξόρυξης του μαρμάρου απειλούν με αλλοίωση το τοπίο.
Ως αποτέλεσμα, πολλά είδη της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης βρήκαν καταφύγιο στη Ροδόπη, ο ορεινός όγκος της οποίας σηματοδοτεί το νοτιότερο όριο της εξάπλωσής τους. Το Εθνικό Πάρκο Οροσειράς Ροδόπης φιλοξενεί τα εκτενέστερα και παραγωγικότερα δάση της Ελλάδας και ορισμένα από τα λιγότερο αλλοιωμένα φυσικά οικοσυστήματα της Ευρώπης, ενώ παρέχει καταφύγιο σε μεγάλο αριθμό ζώων τα οποία χρήζουν ειδικής διαχείρισης λόγω της ιδιαιτερότητας τους, όπως η Καφέ Αρκούδα (Ursus arctos L.), το Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra ssp. balcanica L.), ο Αγριόκουρκος (Tetrao urogallus L. ), η Αγριόκοτα (Tetrastes bonasia L.) και άλλα.
Το Εθνικό Πάρκο Οροσειράς Ροδόπης
περιλαμβάνει το κεντρικό και δυτικό τμήμα του ορεινού συγκροτήματος της Ελληνικής Ροδόπης, αποτελώντας φυσικό σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Η οροσειρά της Ροδόπης μοιράζεται μεταξύ των δύο χωρών καταλαμβάνοντας συνολικά περίπου 19.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το 82% της συνολικής έκτασης της Ροδόπης ανήκει στη Βουλγαρία και το 18% βρίσκεται στην Ελλάδα.
Το ΕΠΟΡ καταλαμβάνει έκταση 1.731.150 στρέμματα, με βόρεια όρια τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, από την περιοχή του Κ. Νευροκοπίου Δράμας έως την περιοχή του Δημαρίου Ξάνθης και νότια όρια τις βορειανατολικές πλαγιές του Φαλακρού όρους και τον ποταμό Νέστο.
Tο Εθνικό Πάρκο Οροσειράς Ροδόπης (ΕΠΟΡ) περιλαμβάνει το κεντρικό και δυτικό τμήμα του ορεινού συγκροτήματος της Ροδόπης, από τις βορειοανατολικές πλαγιές του όρους Φαλακρού και εν συνεχεία βορείως τού ποταμού Νέστου μέχρι τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και την ορεινή περιοχή της Ξάνθης.
Η Προστατευόμενη Περιοχή Οροσειράς Ροδόπης η οποία θεσμοθετήθηκε με το Ν. 3044/2002, χαρακτηρίστηκε ως Εθνικό Πάρκο με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 40379/01-10-2009 (ΦΕΚ 445 Δ΄/02-10-2009).
Το ΕΠΟΡ ταυτίζεται με την περιοχή χωρικής αρμοδιότητας του Φορέα Διαχείρισης Οροσειράς Ροδόπης, όπως αυτή καθορίστηκε με το Ν. 3044/2002, με συνολική έκταση 1.731.150 στρεμμάτων.
Διοικητικά υπάγεται στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης και συγκεκριμένα στις Περιφερειακές Ενότητες Δράμας και Ξάνθης και στους Δήμους Κ. Νευροκοπίου, Δράμας, Παρανεστίου, Μύκης και Ξάνθης, ενώ δασοδιοικητικά υπάγεται στις Διευθύνσεις Δασών Δράμας και Ξάνθης και τα Δασαρχεία Κ. Νευροκοπίου, Δράμας, Σταυρούπολης και Ξάνθης.
Φυσιογνωμία του ΕΠΟΡ
Το ΕΠΟΡ αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, από οικολογική άποψη, περιοχές της Ελλάδας, αφού εδώ μπορεί κανείς να συναντήσει όλες τις ζώνες βλάστησης της Ευρώπης. Από την ευμεσογειακή των αειφύλλων πλατυφύλλων μέχρι τη σκανδιναβική ζώνη των ψυχρόβιων κωνοφόρων, της ερυθρελάτης, δασικής πεύκης και της σημύδας. Παράλληλα, η περιοχή χαρακτηρίζεται από την παρουσία των πλέον εκτεταμένων και παραγωγικών δασών της Ελλάδας, τα οποία, μεμονωμένα, χαρακτηρίζονται από μοναδικότητα ως προς τα οικολογικά χαρακτηριστικά τους, όπως το αδιατάρακτο φυσικό οικοσύστημα του Παρθένου Δάσους Φρακτού, το μοναδικό στην Ελλάδα αμιγές δάσος Σημύδας, το δάσος της Τσίχλας και της Χαϊντούς και το δάσος της Ελατιάς που, με κυρίαρχο είδος την ερυθρελάτη, παραπέμπει σε τοπία της Βόρειας Ευρώπης.
Η περιοχή συγκροτείται κυρίως από υψηλές ορεινές και υποαλπικές εκτάσεις. Εμφανίζει έντονα ορεινό, πολύμορφο και πολυσχιδές ανάγλυφο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ποικιλομορφίας εκθέσεων και κλίσεων, με ποικίλους προσανατολισμούς και ήπιες έως σχετικά μεγάλες και απότομες κλίσεις. Το ανάγλυφο αυτό συνδέεται με την παρουσία ενός περίπλοκου υδρογραφικού δικτύου με κυρίαρχο στοιχείο τον ποταμό Νέστο και τις δύο τεχνητές λίμνες του (Θησαυρού και Πλατανόβρυσης), το οποίο καθιστά την παρουσία και το ρόλο του νερού πρωταρχικής σημασίας στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της περιοχής, τόσο σε φυσικό επίπεδο όσο και σε ανθρωπογενές. Έτσι, τα ρέματα και οι εντυπωσιακοί καταρράκτες, οι παραδοσιακοί νερόμυλοι και τα τοξωτά γεφύρια σε συνδυασμό με τα απέραντα δασικά τοπία δίνουν στο ΕΠΟΡ τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.
Η οροσειρά της Ροδόπης φαίνεται να κατοικείται από την Παλαιολιθική εποχή, σύμφωνα με ευρήματα στο Αρκουδόρεμα Παρανεστίου, και αργότερα από Πελασγικά και Θρακικά φύλα. Κατά την αρχαιότητα η Ροδόπη ήταν ιερό βουνό των Ελλήνων και συνδεδεμένο με τον Ορφέα και το θεό Διόνυσο, τον οποίο τιμούσαν ιδιαίτερα στη Θράκη. Εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου Οροσειράς Ροδόπης βρίσκονται τα αρχαιολογικά ευρήματα των Ποταμών και της Σταυρούπολης (οικισμοί από την Εποχή του Χαλκού και του Σιδήρου), των Θερμιών (Λουτρό μεταβυζαντινών χρόνων) και της Καλύβας (το κάστρο καλύβας από την εποχή του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου).
Γύρω από την ονομασία της οροσειράς υπάρχουν διάφοροι μύθοι και δοξασίες. Έτσι σύμφωνα με έναν από αυτούς, η Ροδόπη ήταν κόρη του Στρυμόνα και αδερφή του Αίμου. Η Ροδόπη
ερωτεύθηκε τον Αίμο και από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Έβρος.
Ο Αίμος όμως διέπραξε το αμάρτημα της ύβρης, με το να συγκρίνει τον εαυτό του και τη Ροδόπη με το Δία και την Ήρα, προκαλώντας το μένος των θεών και τη μεταμόρφωσή τους στα ομώνυμα βουνά. Ένας άλλος μύθος υποστηρίζει ότι η Ροδόπη υπήρξε νύμφη θρακικής πηγής που αγάπησε τον Απόλλωνα και έγινε μητέρα του Κίκονα, γενάρχη των Κικόνων.
Επειδή όμως αθέτησε τον όρκο παρθενίας που έδωσε στην Άρτεμη, η θεά τη μεταμόρφωσε σε πηγή. Τέλος υπάρχει η δοξασία ότι το ιερό αυτό όρος έχει πάρει το όνομα του από τη διάσημη Θρακική εταίρα Ροδωπίδα που ήτανε δούλη του Σαμίου Ιάδµονα και σύνδουλος του Αισώπου. Λέγεται πως αγαπήθηκε παράφορα από το Χάραξο, τον αδελφό της Σαπφούς, ο οποίος την αγόρασε από τον Ιάδµονα έναντι μεγάλης αμοιβής, ενώ αργότερα λέγεται πως απέκτησε μυθικά πλούτη.
Η συχνή μνεία της Ροδόπης σε αρχαίες (ελληνικές και λατινικές) πηγές σημαίνει ότι το βουνό είχε διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική, πολιτιστική και θρησκευτική ζωή των θρακικών φυλών που κατοικούσαν σε αυτό. Έτσι, σύμφωνα με τις πηγές, στις ψηλές κορυφές της υπήρχε ένα μαντείο του Διονύσου, στο οποίο προφήτες (μάντεις) ήταν οι Θράκες Βησσοί. Το μαντείο αυτό, που αποτελούσε ένα μεγάλο εθνικό ιερό των Θρακών, ήταν πολύ φημισμένο στον αρχαίο κόσμο, καθώς το είχαν επισκεφτεί για να το συμβουλευτούν ο Μέγας Αλέξανδρος και αργότερα ο πατέρας του Οκταβιανού Αυγούστου. Η Ροδόπη (συγκεκριμένα η Ανατολική) υπήρξε επίσης κέντρο λατρείας του Απόλλωνα (Ήλιου), που ήταν από τους ιδιαίτερα προσφιλείς θεούς στους Βησσούς, καθώς στο φυλετικό τους κέντρο, τη Βησσοπάρα, υπήρχε ναός του, όπου γινόταν και πανήγυρη. Η Ροδόπη υπήρξε ακόμη τόπος λατρείας του Δία, που στις επιγραφές αναφέρεται με διάφορα επίθετα, όπως Κεραύνιος κ.ά. Εκτός όμως από θρησκευτικό κέντρο, η Ροδόπη λειτούργησε σαν αληθινό προπύργιο της ελευθερίας των Θρακών και τελευταία εστία αντίστασής τους κατά της ρωμαϊκής κυριαρχίας, Στις πηγές μαρτυρούνται αρκετές εκστρατείες των Ρωμαίων στη Ροδόπη από τον 1ο π.Χ. αιώνα ως την επαρχιοποίηση της Θράκης (46 μ.Χ.), καθώς και συχνές επαναστάσεις των ορεσίβιων Θρακών. Το γεγονός ότι η Θράκη έγινε τελικά ρωμαϊκή επαρχία περίπου 200 χρόνια μετά τη Μακεδονία οφειλόταν κυρίως στη Ροδόπη, που πρόσφερε ένα ασφαλές φυσικό καταφύγιο στους Θράκες .
Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η περιοχή του ΕΠΟΡ κατοικούταν από Τούρκους και Βούλγαρους. Οι οικισμοί τους ήταν πολυάριθμοι και αρκετά διάσπαρτοι στο χώρο με αραιή δόμηση, κυρίως κοντά σε ρέματα. Οι πρόσφυγες που ήρθαν δεν εγκαταστάθηκαν σε όλους τους προϋπάρχοντες οικισμούς, αποφεύγοντας κυρίως τους ορεινότερους. Οι οικισμοί απέκτησαν μια πιο συγκεντρωτική δομή, γύρω από έναν κεντρικό οικισμό και κάποιους περιφερειακούς συνοικισμούς. Η εσωτερική τους δομή υπαγορευόταν από τις φυσικές συνθήκες (ποταμάκια που διαπερνούν και χωρίζουν τον οικισμό σε μαχαλάδες όπως π.χ. στην Καλλιθέα ή πλατάνια που είναι τα όρια στις τρεις γειτονιές του Κ. Ιωνικού), τις οικονομικές συνθήκες, τον τρόπο παραγωγής (γεωργία, μονοκαλλιέργεια καπνού, κτηνοτροφία), τα ιστορικά γεγονότα, τις κοινωνικές και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Πρωταρχικό στοιχείο των οικισμών είναι οι εκκλησίες - τεμένη και τα σχολεία ενώ το οικιστικό πεδίο συμπληρώνεται με το χώρο που καταλαμβάνουν οι καλλιέργειες, που βρίσκονται περιμετρικά του οικισμού. Άλλα στοιχεία του δομημένου χώρου που συναντάμε στο ΕΠΟΡ είναι οι βρύσες και οι πηγές. Οι βρύσες που υπήρχαν παλαιότερα είναι αρκετές. Βρίσκονται είτε μέσα στον οικισμό, συνήθως μία σε κάθε μαχαλά, είτε διάσπαρτες στο χώρο. Ονοματίζονται κυρίως από τα χαρακτηριστικά του χώρου γύρω τους. Ειδικά στην περιοχή που απλώνονται τα Πομακοχώρια είναι μια συνήθης εικόνα, καθώς κάτι τέτοιο ενισχύεται από τη μουσουλμανική θρησκεία, που θεωρεί καλό για τους πιστούς να χτίζουν βρύσες. Δε λείπουν επίσης τα αγιάσματα. Χαρακτηριστική πηγή είναι το αγίασμα της Ανάληψης, όπου η παρέμβαση ενός συλλόγου έχει αλλάξει ριζικά το χώρο. Ο χώρος θεωρείται ιερός και έχει συνδεθεί με μια μουσουλμανική παράδοση από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Οι νέοι κάτοικοι του Μαργαριτίου όχι μόνο την υιοθέτησαν, αλλά έχτισαν και ένα εκκλησάκι.
Εντός του ΕΠΟΡ υπάρχουν τρεις τύποι οικισμών σύμφωνα με τη σύσταση και την κοινωνική τους δομή, εγκαταλειμμένοι ή κατοικημένοι:
Τα προσφυγικά χωριά, που ανήκουν διοικητικά στους νομούς Ξάνθης και Δράμας και τα οποία διακρίνονται ανθρωπογεωγραφικά σε:
1- Νεστοχώρια, τα χωριά της κοιλάδας του Νέστου. Είναι ο δήμος Σταυρούπολης και Παρανεστίου, οι κοινότητες Δαφνώνα, Καρυόφυτου, Νεοχωρίου.
2- Οι οικιστικές ενότητες Ποταμών – Μικρομηλιάς και Σκαλωτής – Σιδηρόνερου. Πρόκειται για χωριά που κατοικήθηκαν κατά κύριο λόγο από πληθυσμούς προϊόντα του Μικρασιατικού Πόλεμου, πρόσφυγες δηλ. και ανταλλάξιμους πληθυσμούς όπως ορίστηκε από τη Σύμβαση της 30 Ιανουαρίου 1923, της Συνθήκης της Λωζάνης, προερχόμενους από την Αν. Ρωμυλία και Θράκη, τη Μ. Ασία και τον Πόντο. Οι προηγούμενοι κάτοικοί τους ήταν έποικοι Τούρκοι και Βούλγαροι που μετακινήθηκαν προς την Τουρκία και Βουλγαρία αντίστοιχα. Εξαίρεση αποτελεί η Σταυρούπολη, κέντρο της περιοχής τότε και σήμερα, που υπήρχε τριεθνής συνύπαρξη Τούρκων, Βούλγαρων και Ελλήνων. Στα τέλη του 19ου αιώνα ήρθαν εδώ και κάποιοι ηπειρώτες, κυρίως χτίστες. Ελληνικό στοιχείο, επίσης, υπήρχε στα χωριά Παρανέστι και Νεοχώρι. Σε αυτά ζούσαν επιπλέον μερικοί Βούλγαροι, ενώ μεγαλύτερο αριθμό συναντάμε στην Καλλιθέα (Γάμπροβο).
Καλύβια Σαρακατσαναίων
Σημαντική είναι η σφραγίδα που έχει αφήσει στη φύση και στη μνήμη των ανθρώπων η μακρόχρονη παρουσία των Σαρακατσαναίων στην περιοχή, που απόλυτα εξαρτημένοι από τη φύση ζούσαν νομαδικά ακολουθώντας τα κοπάδια τους στα μεγάλα υψόμετρα της Ροδόπης και το χειμώνα κατέβαιναν πάλι προς τα πεδινά. Η παρουσία τους στο χώρο ήταν τόσο έντονη, που τα υψώματα μνημονεύονται ακόμα με τα ονόματα των τσελιγκάδων που έβοσκαν τα κοπάδια τους εκεί. Οι Σαρακατσαναίοι ζούσαν σε καλύβες συνήθως στις παρυφές των οικισμών, κάποιοι μάλιστα είχαν καλύβες και μέσα σε οικισμούς, μέσα στα πλαίσια του οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού του «τσελιγκάτου», ενός είδους οικονομικής και κοινωνικής κοινοπραξίας ανάμεσα στον αρχηγό του τσελιγκάτου και τους λοιπούς κτηνοτρόφους.
Πομακοχώρια του νομού Ξάνθης
Οι Πομάκοι αποτελούν μια αμιγή πληθυσμιακή ομάδα με ιδιαίτερα φυλετικά, γλωσσικά και πολιτισμικά γνωρίσματα. Ζουν εδώ και αιώνες απομονωμένοι, χωρίς επιμειξίες, στην ορεινή Ροδόπη. Ο πληθυσμός τους μοιράζεται στο μεγαλύτερο μέρος ανάμεσα στη Βουλγαρία, την Ελλάδα και πολύ λίγοι στην Τουρκία.
Οι Πομάκοι της Περιφερειακής ενότητας Ξάνθης αποτελούν τμήμα της μουσουλμανικής μειονότητας, είναι κυρίως γεωργοί και ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την καπνοκαλλιέργεια, την κτηνοτροφία και κάποια παράλληλα επαγγέλματα. Η γλώσσα τους είναι κράμα κυρίως σλαβικής, ελληνικής και τουρκικής. Ωστόσο συναντώνται γλωσσικές διαφορές ανάμεσα στους διάφορους οικισμούς. Πρόκειται για προφορική γλώσσα και τώρα τελευταία έγιναν προσπάθειες να αποτυπωθεί σε γραπτό λόγο. Σε κάποια από τα χωριά φοριούνται ακόμα και σήμερα οι ιδιαίτερες παραδοσιακές φορεσιές.
ΠΗΓEΣ :
ΒΑΣΙΚΗ ΠΗΓΗ : ΕΠΟΡ &(Φορέαs Διαχείρισης Οροσειράς Ροδόπης)
ΥΠΕΧΩΔΕ. (2002). Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη του Φορέα Διαχείρισης Οροσειράς Ροδόπης
Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων. (2008). Σχέδιο ανάδειξης των προορισμών φυσικού και αισθητικού ενδιαφέροντος της Δυτικής και Κεντρικής Ροδόπης εκατέρωθεν των συνόρων.
ΥΠΕΧΩΔΕ. (2002). Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη του Φορέα Διαχείρισης Οροσειράς Ροδόπης
Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων. (2008). Σχέδιο ανάδειξης των προορισμών φυσικού και αισθητικού ενδιαφέροντος της Δυτικής και Κεντρικής Ροδόπης εκατέρωθεν των συνόρων.
Παπαδημητρίου Γ. Παναγιώτης. (2003). Οι Πομάκοι της Ροδόπης. Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε
Photo : gpeppas - Internet