Υπάρχει μεγάλη διαφορά οσφρητικής λειτουργίας μεταξύ λαγόσκυλου και σκυλιού φέρμας, καθώς είναι τελείως διαφορετική η εργασία τους. Εξάλλου «λειτουργία δημιουργεί το όργανο» ή το μεταβάλλει προσαρμόζοντάς του στις απαιτήσεις της.
Στο λαγόσκυλο, το οσφρητικό όργανο έχει παραμείνει όπως ήταν στην πρωτόγονη κατάσταση. Το λαγόσκυλο, όπως το αγριόσκυλο ή τα ξαδέλφια του (τσακάλι, λύκος) ψάχνει με τη μύτη στη γη από φυσικό ένστικτο, ενώ το σκυλί φέρμας ψάχνει με τη μύτη στον αέρα από προαιώνια άσκηση, που μετέβαλε το οσφρητικό του όργανο και αυτή η μεταβολή έγινε κληρονομική.
Το λαγόσκυλό έχει «βραχυόσφρηση» ή «μικρόσφρηση», δηλαδή έχει μεν λεπτότατη όσφρηση, αλλά περιορισμένης ακτίνας. Η διάπλαση του οσφρητικού του οργάνου είναι για να αντιλαμβάνεται το σκυλί και τα πιο ελαφρά ίχνη που αφήνει το θήραμα με τα πόδια του πατώντας το έδαφος και με το σώμα του περνώντας από τα χαμηλά φυτά. Με τη μύτη πάνω στο έδαφος ιχνηλατεί, ρινηλατεί, ανιχνεύει, ψάχνει και βρίσκει τα πολύ μικρά και πυκνά ίχνη του θηράματος, που έχουν μείνει, κατά το πέρασμά του, στο έδαφος, στα χόρτα και στα χαμηλά κλαδιά των θάμνων.
Ακολουθεί αυτά τα ίχνη, με τη μύτη «καρφωτή» στο έδαφος και φτάνει στον κρυψώνα του λαγού, που και εδώ ακόμη δεν οσφραίνεται συνήθως την αναθυμίαση του λαγού, αλλά τα ίχνη του και έτσι τον εντοπίζει.
Σπάνια το λαγόσκυλο σηκώνει τη μύτη στον αέρα για να εντοπίσει τον κρυμμένο στον κρυψώνα του λαγό, εκτός αν είναι γέρικο, έμπειρο και πονηρεμένο λαγόσκυλο και βρίσκεται στα τελευταία «μεγάλα πηδήματα» του λαγού.
Το σκυλί φέρμας έχει «τηλεόσφρηση» ή «μεγαλόσφρηση», δηλαδή έχει όσφρηση, που καλύπτει μεγάλη ακτίνα. Ψάχνει με το κεφάλι στον αέρα, διότι η διάπλαση του οσφρητικού του οργάνου είναι για να συλλαμβάνει, όχι τόσο τα ίχνη στο έδαφος, αλλά την αναθυμίαση, τη μυρωδιά, που εκπέμπει το ίδιο το θήραμα.
Η αναθυμίαση αυτή αποτελείται από πολύ μικρά μόρια, που μεταφέρονται σε αρκετές αποστάσεις με τον αέρα.
Υπάρχουν σκυλιά φέρμας με μέγιστη «τηλεόσφρηση», όπως π.χ. το πόιντερ, το αγγλικό σέττερ, τα οποία και στον ταχύτατο καλπασμό τους, στρέφουν το ακρορρίνιο δεξιά κι αριστερά σαν περισκόπιο, συλλαμβάνουν την αναθυμίαση και μπορούν από κάποια απόσταση να εντοπίσουν το θήραμα ή τρέχουν προς την πηγή της αναθυμίασης (κατεύθυνση) και το φερμάρουν σε μικρότερη απόσταση.
Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά μεταξύ «βραχυόσφρησης» και «τηλεόσφρησης».
Η «βραχυόσφρηση» είναι λεπτότατη αλλά κοντινή, με την οποία συλλαμβάνονται τα ίχνη επί του εδάφους.
Η «τηλεόσφρηση» είναι ευρείας ακτίνας, με την οποία συλλαμβάνεται η αναθυμίαση του ίδιου θηράματος στον αέρα. Με άλλα λόγια, η μύτη του λαγόσκυλου λειτουργεί σαν μικροσκόπιο (σε μικρό οσφρητικό πεδίο), αλλά με μέγιστη λεπτομέρεια), ενώ η μύτη του σκυλιού φέρμας λειτουργεί σαν τηλεσκόπιο (σε μεγάλη έκταση, αλλά γενικά).
Έτσι, το μεν λαγόσκυλο έχει περιορισμένες πάνω στο έδαφος μυρωδιές, το δε σκυλί φέρμας έχει ευρύτατες και στον αέρα.
Όπως είπαμε, το σκυλί φέρμας προέρχεται από το λαγόσκυλο.
Πρόγονός του ήταν το μεσαιωνικό πουλόσκυλο (κύων ο πτηνοθήρας), που γεννήθηκε με τη δικτυοθηρία και τη γερακοφορία. Ο τότε κυνηγός ήθελε ένα σκυλί που να αντιλαμβάνεται από μακριά την παρουσία, ιδίως του πτερωτού θηράματος και να σταματά μπροστά του (να φερμάρει), για να έχει καιρό να πλησιάσει και να ρίξει το δίχτυ του (που σκέπαζε σκυλί και θήραμα) ή ξεπετώντας το, ν' απολύσει το γυμνασμένο γεράκι του να το συλλάβει.
Έτσι, αυτά τα σκυλιά συνήθισαν να συλλαμβάνουν τις αιωρούμενες στον αέρα αναθυμιάσεις με μεγάλες «ρουφηξιές» και όχι πια τα ίχνη στο έδαφος.
Έπειτα δια μέσου των αιώνων, η συνήθεια αυτή έγινε λειτουργία, η οποία μετάβαλε το οσφρητικό όργανο.
Οι εμφανέστερες εξωτερικά μεταβολές του είναι στο ρύγχος και στους μετωπικούς κόλπους.
Στο λαγόσκυλο το ρύγχος είναι μάλλον στενό και μακρουλό και είναι σχεδόν ανύπαρκτοι οι μετωπικοί κόλποι (εξογκώματα πάνω από τα μάτια),ενώ στο σκυλί φέρμας το ρύγχος είναι μάλλον ευρύ και τετράγωνο, οι δε μετωπικοί κόλποι πολύ αναπτυγμένοι.
Αν παρατηρήσετε σ' ένα πόιντερ ή οποιοδήποτε άλλο σκυλί φέρμας την υπεράνω των ματιών χώρα, θα διαπιστώσετε ότι είναι ευρεία και προεξέχουσα, ενώ αν παρατηρήσετε ένα οποιοδήποτε λαγόσκυλο, θα διαπιστώσετε ότι η χώρα αυτή είναι μάλλον στενή και τελείως επίπεδη (χωρίς μετωπικούς κόλπους).
Επίσης, μεγάλη διαφορά θα διαπιστώσετε στην κατασκευή του ρύγχους.
Και αυτό εξηγείται με όσα αναφέραμε παραπάνω, ότι το λαγόσκυλο έχει ανάγκη από μία πολύ λεπτή, αλλά περιορισμένης ακτίνας όσφρηση για να ανακαλύπτει, με μικρές και συνεχείς «ρουφηξιές» τα ίχνη επί τόπου (δηλ. χρειάζεται μικροσκόπιο), ενώ το σκυλί φέρμας έχει ανάγκη από ευρείας ακτίνας όσφρηση, για ν' ανακαλύπτει με μεγάλες «ρουφηξιές» την αναθυμίαση στον αέρα (δηλ. χρειάζεται τηλεσκόπιο).
Ασφαλώς οι κυνηγοί του Μεσαίωνα για να δημιουργήσουν το πουλόσκυλο, πλην της όσφρησης και υπακοής των σκυλιών, που διάλεγαν για αναπαραγωγή και καλλιέργεια, θα έλαβαν υπόψη και μερικά άλλα στοιχεία εργασίας, τα οποία, ενώ για το λαγόσκυλο αποτελούσαν και αποτελούν σοβαρά ελαττώματα, για τον τότε σκύλο πτηνοθήρα (και τον μετέπειτα σκύλο φέρμας), ήταν και είναι προσόντα.
Τα ελαττώματα του λαγόσκυλου που γίνονται προτερήματα στο σκυλί φέρμας είναι: το σιωπηλό ψάξιμο και ξεσήκωμα (χωρίς κλαφούνισμα), το ψάξιμο με το κεφάλι ψηλά, το σταμάτημα μπροστά στον κρυψώνα του λαγού, ο δισταγμός ή άρνηση να τον ξεφωλιάσει, τουλάχιστον αν δεν τον δει, κ.λ.π.
Τέτοια ελαττώματα του λαγόσκυλου υπήρχαν και στην αρχαιότατη εποχή και ήταν γνωστά στον Ξενοφώντα, ο οποίος στο Γ' κεφάλαιο του «Κυνηγετικού» του γράφει τα εξής: «… οσάκις δ' επιτρέχουσα τα ίχνη, εικάζουσι, προορώμεναι δε τον λαγώ ατρεμούσι και ουκ επέρχονται, πριν ίδωσιν υποκινούντα».
Δηλαδή, στην κυνηγετική μας γλώσσα: «Μερικά (σκυλιά) περνούν πάνω από τα ίχνη, χωρίς να δείξουν σημεία και βλέποντας μπροστά τους τον λαγό, σταματούν και δεν εφορμούν πριν τον δουν να κινείται».
Αυτή η φράση του Ξενοφώντα από χρόνια είχε προβληματίσει αρκετούς. Ήταν λαγόσκυλο με τα προλεχθέντα ελαττώματα, δηλαδή κυνηγούσαν με τη μύτη στον αέρα, χωρίς ν' ακολουθούν τα ίχνη ή ήταν τα πρωτόγονα σκυλιά φέρμας;
Αν λάβουμε υπόψη την εποχή και τα τότε κυνήγια, μάλλον ελαττωματικά λαγόσκυλα θα ήταν, αλλά δεν αποκλείεται να ήταν και αρχικά σκυλιά φέρμας.
Ο Ξενοφών αναφέρει καθαρά: ατρέμουσι και ουκ επέρχονται. Ατρεμώ και ατρεμίζω σημαίνει δεν κινούμαι, δεν σαλεύω. Ουκ επέρχομαι σημαίνει δεν έρχονται επάνω, δεν εφορμώ, δεν κατατρέχω, δεν καταδιώκω.
Δηλαδή, καθαρές ιδιότητες του σκυλιού φέρμας. Έπειτα είναι και το άλλο: Πώς ένα λαγόσκυλο βλέποντας μπροστά του ένα λαγό σταματά και δεν τον καταδιώκει, αλλά το κάνει αυτό μόλις τον δει να κινείται. Αυτή η συμπεριφορά δεν είναι του σκυλιού φέρμας; Ασφαλώς. Αλλά με αυτή μόνο τη φράση του Ξενοφώντα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ακαταμάχητο επιχείρημα ότι το σκυλί φέρμας γεννήθηκε στην Ελλάδα από την εποχή του Ξενοφώντα και όχι στη Δυτική Ευρώπη, κατά τον Μεσαίωνα, για τον οποίο έχουν γραφεί πολλά.
Κατά τη γνώμη μας, τα σκυλιά αυτά του Ξενοφώντα ήταν οι πρώτες ενδείξεις, οι χαραυγές του σκυλιού φέρμας, αλλά οι αρχαίοι Έλληνες κυνηγοί δεν τα εκμεταλλεύτηκαν και δεν τα καλλιέργησαν σαν σκυλιά φέρμας, διότι την εποχή εκείνη δεν είχαν ανάγκη από τέτοια σκυλιά (για το κυνήγι των πουλιών). Η κυνηγετική αυτή ανάγκη ήλθε ύστερα από πολλούς αιώνες, τον Μεσαίωνα, με τη δικτυοθηρία και τη γερακοθηρία και γι αυτό δημιουργήθηκε το σκυλί φέρμας, το πουλόσκυλο.
Όπως βλέπουμε, υπάρχει μεγάλη διαφορά οσφρητικής λειτουργίας μεταξύ λαγόσκυλου και σκυλιού φέρμας. Αυτό πρέπει να το έχουν πάντοτε υπόψη μερικοί κυνηγοί, που θέλουν το ίδιο σκυλί να είναι λαγόσκυλο και πουλόσκυλο, καθόσον υπάρχει ασυμβατότητα προσόντων. Το καθαρά λαγόσκυλο θα χρησιμοποιήσει τη μύτη σαν χωνί στο έδαφος, θα πάρει τα ίχνη του λαγού και όταν τον ανακαλύψει θα τον «ξεφωλιάσει» και θα τον καταδιώξει.
Δεν μπορεί να αντιληφθεί τον λαγό ή την πέρδικα με τον αέρα, ούτε μπορεί να φερμάρει το θήραμα, αλλά θα το ξεσηκώσει, θα το προγκίξει. Άρα είναι άχρηστο σαν «πουλόσκυλο».
Το σκυλί φέρμας θα χρησιμοποιήσει τη μύτη σαν περισκόπιο στον αέρα και μπορεί μεν να βρει τον λαγό, αλλά δεν μπορεί να τον καταδιώξει, όπως το λαγόσκυλο, για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτο, εφόσον δεν ακολουθεί τα ίχνη του λαγού, αλλά οσφραίνεται την αναθυμίασή του, που του έρχεται με τον αέρα, θα τον χάσει.
Δεύτερο, η ανατομική του διάπλαση δεν είναι, όπως του λαγόσκυλου, για πολύωρες μακρινές καταδιώξεις. Το σκυλί φέρμας, όμως, μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο κυνήγι του λαγού μόνο σαν καθαρά σκυλί φέρμας (και ποτέ σαν σκυλί δίωξης), δηλαδή με τους κάτω απαραίτητους όρους:
1. Να έχει σταθερή φέρμα, ώστε να μένει πάντοτε ακίνητο στο ξεπέταγμα του λαγού. 2. Ο κυνηγός οφείλει να ξεφωλιάσει τον λαγό (χτυπώντας τον θάμνο ή ρίχνοντας μέσα μια πέτρα) και ποτέ το σκυλί. 3. Το σκυλί να μην καταδιώξει καθόλου τον λαγό, ούτε πριν, ούτε μετά τον πυροβολισμό. 4. Να χρησιμοποιείται ελάχιστες φορές ή σπανιότατα, για να μην συνηθίσει σ΄ αυτό το θήραμα και αδιαφορεί έπειτα για το πτερωτό. Αν δεν τηρηθούν αυστηρά οι όροι αυτοί, το σκυλί φέρμας θα παρακινηθεί από την εντονότερη αναθυμίαση του λαγού και το τρέξιμό του στο έδαφος, (ενώ το πουλί φεύγει στον αέρα) και θα ορμά πρώτα να τον ξεφωλιάσει κι έπειτα θα τον καταδιώκει, (με την όραση), με αποτέλεσμα να χαλάσει τη φέρμα του, να γίνει σκυλί δίωξης, δηλ. να γυρίσει αιώνες πίσω, χωρίς να έχει τα προσόντα του λαγόσκυλου (ιχνηλασία).
Δεν θα είναι ούτε σκυλί φέρμας, ούτε ιχνηλάτης, ούτε κρασί, ούτε γάλα, αλλά κρασόγαλα, σκυλί άχρηστο. Η «βραχυόσφρηση» είναι λεπτότατη αλλά κοντινή, με την οποία συλλαμβάνονται τα ίχνη επί του εδάφους.
Η «τηλεόσφρηση» είναι ευρείας ακτίνας, με την οποία συλλαμβάνεται η αναθυμίαση του ίδιου θηράματος στον αέρα.
Το καθαρά λαγόσκυλο θα χρησιμοποιήσει τη μύτη σαν χωνί στο έδαφος, θα πάρει τα ίχνη του λαγού και όταν τον ανακαλύψει θα τον «ξεφωλιάσει» και θα τον καταδιώξει .
K Mπασουράκος ΚΚ