Περί κυνηγίου και άλλων…
Την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου τα ΜΜΕ ήταν πλήρη ειδήσεων με κορυφαία αυτή περί ραγδαίων εξελίξεων στην οικονομία, το επόμενο χρονικό διάστημα. Ο θείος Αφεντούλης, όταν ακούει για ραγδαία φαινόμενα αναζητεί συνήθως την ομπρέλα του, μονολογώντας: «έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα». Αυτή τη φορά, καψωμένος όπως ήταν από τον τελευταίο (;) καύσωνα του φετινού καλοκαιριού, πήρε μολύβι και χαρτί, έκανε κάτι υπολογισμούς και στο τέλος απευθύνθηκε στη σύζυγο:
«Πολυτίμη λέγω. Φιρί φιρί το πάνε να μας φάνε το δώρο, όσο μας άφησαν δηλαδή, που θα μας έδιναν για τα Χριστούγεννα.» «Που να φας τη γλώσσα σου!» πήγε να πει η σύζυγος αλλά δεν πρόλαβε να αποτελειώσει τη φράση γιατί ο θείος εκτόξευσε τρεις μακρόσυρτους συριγμούς « Σσσς, Σσσς, Σσσς» και συμπλήρωσε: «Πολυτίμη ακούω ειδήσεις.»
Σε κάποιο κανάλι, ο παρουσιαστής έλεγε ότι θηροφύλακες συνέλαβαν δύο ιερείς, κάπου στην Ηλεία, που πήγαιναν να κυνηγήσουν λαγούς παρανόμως, αν κατάλαβε καλά ο θείος Αφεντούλης. Πάντως αυτός σχολίασε: «Για να δούμε τώρα πόσα απίδια βάζει ο σάκος. Θα ξαναεπιθυμήσετε λαγωόν ξυγκάτον;(!)»
Η Πολυτίμη άρχισε το θυμιάτισμα για να επαναφέρει στον ίσιο δρόμο τον αμαρτωλό Αφεντούλη που υιοθέτησε άκριτα τις κατηγορίες. Η ίδια πιστεύει ότι πρόκειται περί πλάνης και συμβαίνει κάτι άλλο. Πού ακούστηκε παπάς να ντουφεκάει λαγό; Εδώ ο σύζυγος, που ήταν στα νιάτα του, δηλωμένος κυνηγός με άδειες και βούλες και διέθετε πλήρη εξάρτηση κυνηγίου, και τα λυπότανε τα θηράματα. Συνήθως αγόραζε καμιά κότα για το σπίτι. Μια φορά μάλιστα που δεν βρήκε κότα αγόρασε ένα πεπόνι κι ένα καρπούζι κι όταν τα έβγαλε από το σακίδιο η θεία ρώτησε: «Να τα κάνω ψητά στη σγάρα;»
Επόμενο ήταν να γίνει «της κακομοίρας» από τις φωνές του Αφεντούλη που θεώρησε την ερώτηση ειρωνική. Πάντως, το ζήτημα του λαγού το έκλεισε ο θείος, προ ετών, άπαξ και διά παντός. Γνώρισε έναν φίλο που εκτρέφει κουνέλια. Όποτε λοιπόν η Πολυτίμη επιθυμήσει στιφάδο, ο ίδιος τάχα δεν θέλει κι ας τρώει το περισσότερο, αγοράζει ένα ζωντανό κουνέλι το απόγευμα της προτεραίας, το αμολάει στην αυλή για να αγριέψει και την επόμενη μέρα το περιποιείται η Πολυτίμη και τρώνε ένα στιφάδο, μα ένα στιφάδο! Τύφλα να έχουν οι λαγοί και τα κυνήγια. Μέχρι και 200 ευρώ φτάνει η τιμή του λαγού στο Κολωνάκι, πληροφορήθηκε από το δελτίο ειδήσεων ο θείος και εξανέστη. «Δεν αγοράζουν καμιά δεκαριά κουνέλια να ξεχειμωνιάσουν;» αναρωτήθηκε αλλά πετάχτηκε η Πολυτίμη και ρώτησε: «Έχουν αυλές στο Κολωνάκι;»
Η συζήτηση διακόπηκε για να αποφευχθεί κάποια πιθανή συζυγική σύρραξη. Με την ευκαιρία αυτή όμως, ο θείος θυμήθηκε έναν παλιό φίλο στη Μυτιλήνη που είχε κατάστημα με είδη κυνηγίου και ψαρέματος. Αυτός του είχε διηγηθεί διάφορες ιστορίες. Είναι γνωστό ότι συνήθως, οι κυνηγοί και οι ψαράδες, λένε ψέματα για τις επιδόσεις τους ή καλύτερα υπερβάλλουν. Έτσι ο καταστηματάρχης επινόησε τον χειροκίνητο «ανιχνευτή ψεύδους».
Σε ταβανόξυλο του καταστήματος, άνωθεν του ταμείου, κρέμασε ένα τροκάνι (σιδερένιο κουδουνάκι που φορούν μικρά ζώα) κι έδεσε το σήμαντρο με ψιλή πετονιά. Στην άλλη άκρη τοποθέτησε μικρό κρίκο και τον έκρυψε πίσω από τον πάγκο για να μην φαίνεται. Ένα απόγευμα λοιπόν που ένας πελάτης, δεινός κυνηγός, άρχισε να ρητορεύει πώς σκότωσε μια μπεκάτσα πάνω στη λεμονιά κι ένα σκάγι τρύπησε ένα λεμόνι ενώ η μπεκάτσα πήρε φωτιά, από τον πυροβολισμό, και την απόλαυσε ψητή και λεμονάτη, ακούστηκε «γκλιν γκλαν» το τροκάνι και ο ψεύτης επανήλθε στην οδό της αληθείας. Μπορεί ο ανιχνευτής να έκανε δουλειά με τα ψέματα των πελατών αλλά αυτοί πείσμωσαν κι άρχισαν να του πηγαίνουν κάθε βδομάδα ένα λαγό ρεγάλο, επειδή όπως έλεγαν είχαν σκοτώσει πολλούς.
Ο καταστηματάρχης, κυνηγός και ο ίδιος, δεν τους πίστεψε και ψάχνοντας έμαθε ότι αγόραζαν τους λαγούς ρεφενέ (όχι 200 ευρώ βέβαια!). Μια μέρα έφυγε κρυφά, κρέμασε και ταμπέλα στην πόρτα του καταστήματος «Είμαι στο κυνήγι. Επιστρέφω σε λίγο», σκότωσε έναν λαγό και τον έκρυψε επί τόπου. Στους πελάτες είπε ότι δεν βρήκε ούτε πουλί πετάμενο κι αυτοί φυσικά προσφέρθηκαν να πάνε όλοι μαζί για κυνήγι το επόμενο πρωινό. Ο καταστηματάρχης έβαλε με τρόπο τον λαγό σε εμφανές σημείο κι αυτοί μόλις τον είδαν άρχισαν τις μπαταριές λες και ήταν τεθωρακισμένο. Όταν πλησίασαν, ο λαγός έφερε στο στόμα σημείωμα που έγραφε: «Με φάγατε μπαμπέσικα». Από τη μέρα εκείνη οι λαγοί ρεγάλο, κόπηκαν με το μαχαίρι.
Ο θείος διηγήθηκε αυτά τα περιστατικά στην Πολυτίμη για να περάσει η ώρα. Όταν τελείωσε, εκείνη αποκρίθηκε: «Προκομμένος ο φίλος σου. Θυμάσαι που μας είχε προσκαλέσει στο σπίτι του, στη Μυτιλήνη, και βρήκαμε στο μαγαζί μια ταμπέλα που έγραφε: «Είμαι για κυνήγι στην Τουρκία, επιστρέφω σε λίγο!» Να είναι καλά η γυναίκα του που μας φιλοξένησε» «Ο φίλος όμως έφερε παστουρμά τρία άλφα και μια σακούλα κουκουνάρι. Ταράξαμε τα καλαμάρια γεμιστά, αν θυμάσαι καλά Πολυτίμη» είπε ο θείος, υπερασπιζόμενος τον φίλο του. «Ύστερα από δύο μέρες γύρισε στο σπίτι Αφεντούλη. Η γυναίκα του κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία κι είχε κι εμάς στο κεφάλι της» απάντησε η θεία και συνέχισε: «Άσε τον φίλο σου από τη Μυτιλήνη στην ησυχία του. Δεν λες τον άλλο φίλο σου να μας φέρει ένα κουνέλι.» «Στιφάδο; Στιφάδο, Πολυτίμη;» ρώτησε ο θείος κι έτρεξε στο τηλέφωνο.
Πηγή: http://www.antikleidi.wordpress.com