Welcome in Greece Welcome in Greece

 

Welcome in Greece

H δική σας άποψη εδώ
H δική σας άποψη εδώ



ΑρχικήInitial ΠίσωBack

Κυνήγι και κυνηγοί ...

.

Η λύση στο πρόβλημα του κυνηγιού απαιτεί κατ' αρχήν την αποδοχή ότι το κυνήγι είναι μία νόμιμη και (έστω και de facto) αποδεκτή δραστηριότητα. Μόνο έτσι θα μπορέσει να υπάρξει συμμετοχή των κυνηγών στην επίλυση των πιο σημαντικών προβλημάτων όπως είναι η λαθροθηρία, η όχληση και οι ελλείψεις στη νομοθεσία, λύσεις που αναγκαστικά οδηγούν σε περιορισμούς.

Είναι αυτονόητο ότι, σε τελική ανάλυση, όλα κρίνονται από τη συμπεριφορά του κάθε κυνηγού στο πεδίο, και ιδιαίτερα εκείνου που εκπροσωπεί τον μέσο όρο της κύριας μάζας των κυνηγών. Με αυτόν πρέπει όλοι να προσπαθήσουμε να βρούμε διόδους επικοινωνίας.
Η επικοινωνία αυτή όμως απαιτεί την εμπλοκή των αναγνωρισμένων οργάνων των κυνηγών δηλαδή των Κυνηγετικών Συλλόγων, των Ομοσπονδιών και της Συνομοσπονδίας, ενώ βασικοί εκφραστές γνώμης είναι και τα κυνηγετικά περιοδικά. Σήμερα ωστόσο διαπιστώνει κανείς πως, όσο ψηλότερα ανεβαίνει στην κυνηγετική ιεραρχία, τόσο λιγότερο οι εκπρόσωποι ενδιαφέρονται για τα βασικά προβλήματα του απλού κυνηγού και το ίδιο ισχύει και για τα κυνηγετικά έντυπα.

Ο κύριος προβληματισμός του απλού κυνηγού αναφέρεται στο αν θα μπορεί να συνεχίσει να κυνηγά. Και προϋπόθεση γι΄ αυτό είναι να υπάρχουν θηράματα. Οταν ρωτούμε τους κυνηγούς σε οποιοδήποτε σημείο της Ελλάδας, διαπιστώνουμε πως όλοι απαντούν ότι τα θηράματα έχουν μειωθεί πολύ και ότι, προκειμένου να έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα, πρέπει να ταξιδέψουν όλο και μακρύτερα.

Αν όμως ακούσουμε τις θέσεις των Ομοσπονδιών ή της Συνομοσπονδίας, θέσεις που στερεότυπα επαναλαμβάνονται μέσω των άρθρων στα κυνηγετικά περιοδικά, θα δούμε μία εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Κατ' αυτούς, τα θηράματα αφθονούν, κάτι που άλλωστε αποδεικνύουν οι επιστημονικές μελέτες των κυνηγών. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στη μιζέρια του σημερινού θηραματικού πλούτου σε σχέση με ότι βίωναν οι παλιότεροι κυνηγοί .

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η υποκρισία των θέσεων αυτών είναι σκανδαλώδης. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η αυτόχθονη πέρδικα της ηπειρωτικής Ελλάδας και των Επτανήσων, η Πετροπέρδικα. Από τα Κύθηρα και την Κέρκυρα εξαφανίστηκε εντελώς όπως και από πολλά μέρη της Πελοποννήσου - ιδιαίτερα στα πιο χαμηλά υψόμετρα. Όπου το είδος παραμένει, πρόκειται γιά μικρούς κατακερματισμένους πληθυσμούς με καλύτερη κατάσταση σε ορισμένα μόνο μέρη της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας. Οι περδικοκυνηγοί είναι πλέον ελάχιστοι σε σχέση με το παρελθόν αφού πολλοί έχουν εγκαταλείψει το κυνήγι αυτό, ιδιαίτερα στη νότια Ελλάδα.

Και ενώ αυτή την κατάσταση μπορεί να την επιβεβαιώσει οποιοσδήποτε κυνηγός ρωτηθεί, οι επίσημοι φορείς δηλώνουν ότι το είδος "ζει και βασιλεύει" (έκφραση παρμένη από πρόσφατη δημοσίευση). Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στο ερευνητικό πρόγραμμα ΑΡΤΕΜΙΣ (περίοδος '94 - 2000) που κατά αστήρικτο τρόπο χρησιμοποιεί στοιχεία κυνηγετικής κάρπωσης για να εκτιμήσει τους πληθυσμούς των ειδών και να καταλήξει σε συμπεράσματα για την κατάστασή τους. Ενδεικτικό της ποιότητας της δουλειάς αυτής είναι πως δεν έγινε καν διάκριση μεταξύ της Πετροπέρδικας (Alectoris graeca) και της Νησιώτικης Πέρδικας (Alectoris chuckar) η οποία ζει στο Αιγαίο και την Κρήτη. Τα δύο είδη μοιάζουν πολύ και οι περισσότεροι κυνηγοί δεν τα ξεχωρίζουν. Η Πετροπέρδικα όμως αναπαράγεται πολύ δύσκολα στην αιχμαλωσία ενώ αντίθετα, η Νησιώτικη πολύ εύκολα. Έτσι τα εκτροφεία θηραμάτων παράγουν πολλές δεκάδες χιλιάδες Νησιώτικες Πέρδικες κάθε χρόνο και πολλές από αυτές απελευθερώνονται στην ηπειρωτική Ελλάδα, στον χώρο κατανομής της Πετροπέρδικας (δραστηριότητα που επιτέλους φέτος απαγορεύτηκε από το Υπ. Γεωργίας).
Έτσι, ενώ ο απλός κυνηγός βλέπει να χάνεται το αντικείμενό του, ενώ το κυνήγι εξελίσσεται συνεχώς σε πιο ακριβό "σπορ" αφού χρειάζονται μεγαλύτερες μετακινήσεις και και πιο εξειδικευμένος εξοπλισμός για να υπάρξουν επιτυχίες, οι επίσημοι κυνηγετικοί κύκλοι και τα περιοδικά τους παρουσιάζουν μία ειδυλιακή εικόνα. Βεβαίως λένε ότι το κυνήγι απειλείται αλλά όχι λόγω έλλειψης θηραμάτων. Αιτία είναι οι "οικολόγοι" και η αντικυνηγετική συνομωσία που αυτοί συνυφαίνουν με "ξένους" παράγοντες όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εδώ και λίγα χρόνια τα περιοδικά και οι ανακοινώσεις των επίσημων κυνηγών βρίθουν άρθρων και σχολίων σχετικά με την επίθεση των αντικυνηγών με κύριους άξονες τις ευρωπαϊκές Οδηγίες και το Δίκτυο Natura-2000. Η μονόπλευρη παρουσίαση και τα ψεύδη με τα οποία φορτώνουν τους αναγνώστες τους αποτελεί ένα θλιβερό δείγμα παραπληροφόρησης και δημαγωγίας.

Τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής είναι ήδη προφανή: ο απλός κυνηγός έχει πλέον μεταφέρει την αγωνία του από την έλλειψη θηραμάτων στην επίθεση των "αντικυνηγών". Έχει ρίξει όλες του τις ελπίδες στους χειρισμούς των εκπροσώπων του οι οποίοι έχουν την πυγμή και τα μέσα να ανατρέψουν τα "άνομα" σχέδια των "οικολόγων". Η εξάρτησή του από αυτούς είναι πλέον απόλυτη.

Η κατάσταση αυτή λίγο θα ενδιέφερε τον μέσο πολίτη αν δεν είχε σοβαρότατες παρενέργειες, επικίνδυνες για την ελληνική φύση. Το πιο σοβαρό πρόβλημα έχει δημιουργηθεί με το μέτωπο ενάντια στο Δίκτυο Natura- 2000 στο οποίο οι κυνηγοί προσπαθούν να συμπαρασύρουν αγρότες και κτηνοτρόφους φερόμενοι ως υπερασπιστές της παράδοσης και της υπαίθρου. Βασικό στοιχείο αυτής της προσπάθειας είναι η συστηματική διασπορά ψευδών ειδήσεων για φανταστικούς περιορισμούς και τερατώδεις απαγορεύσεις με τις οποίες παρεμποδίζουν τις προσπάθειες προστασίας.
Είναι δυστυχώς αλήθεια ότι επισείοντας την απειλή των "αντικυνηγών", η κυνηγετική ηγεσία απέκτησε έναν αδιαφιλονίκητο λόγο ύπαρξης και ταυτόχρονα απέβαλε τις ευθύνες της για την ανικανότητά της να ασκήσει θηραματική πολιτική. Τα δε κυνηγετικά έντυπα βρήκαν ευκαιρία να αυξήσουν την κυκλοφορία τους.

Οι ανώτεροι κυνηγετικοί κύκλοι, συνεπικουρούμενοι από τον κυνηγετικό τύπο και με το άλλοθι του "επιστημονικού" τους επιτελείου, έχουν δημιουργήσει μία ελίτ που ασχολείται πλέον με ζητήματα πολιτικής και μελέτες καταγραφής, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να φέρονται και σαν υποψήφιοι διαχειριστές περιοχών και άγριας πανίδας. Δεν αγγίζουν ωστόσο το θέμα της έλλειψης θηραμάτων και τα μέτρα (όχι μόνο μελέτες) που απαιτεί η αντιμετώπισή του. Ισχυριζόμενοι πως, με εξαίρεση τον πόλεμο των αντικυνηγών, όλα είναι εντάξει, μιλούν για σπουδαία κυνήγια και αξέχαστες εμπειρίες. Μόνο που αυτά είναι όλο και ακριβότερα και απρόσιτα για το μέσο κυνηγό.

Και όμως, ο απλός κυνηγός και οι τοπικοί Σύλλογοι, ενώ ξέρουν ότι χάνεται το αντικείμενό τους, δείχνουν να το ξεχνούν μόλις ανοίξουν ένα περιοδικό, διοχετεύοντας το μένος τους κατά των "οικολόγων". Ξεχνούν ότι σε τεράστιες περιοχές παραδοσιακών κυνηγότοπων, η θήρα ενός και μόνο λαγού αποτελεί πλέον είδηση και στρέφουν το ενδιαφέρον τους στις λίγες απόμακρες περιοχές που κάτι έχει μείνει και οι οποίες συχνά μπορεί να χρειάζονται προστασία.

Οι εξελίξεις αυτές δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας. Η κυνηγετική ελίτ έχει πολλά να χάσει σε δόξα, εξουσία και χρήμα αν αλλάξει γραμμή και ακολουθήσει μία συνετή και μετριοπαθή πολιτική, σκύβοντας πάνω από τα πραγματικά και σοβαρά προβλήματα του θηραματικού πλούτου. Θα συνεχίζει έτσι να αποπροσανατολίζει και να πανικοβάλει τους κυνηγούς, νομιμοποιώντας ουσιαστικά έναν ανταρτοπόλεμο ενάντια στην προστασία της άγριας φύσης στην Ελλάδα.

Το χειρότερο, είναι ότι με αυτόν τον τρόπο στενεύουν τα περιθώρια για ειλικρινή διάλογο για τα ακανθώδη ζητήματα που σχετίζονται με το κυνήγι, όπως η λαθροθηρία και η όχληση. Σε τοπικό επίπεδο, με τους απλούς κυνηγούς και αρκετούς από τους τοπικούς Συλλόγους, σχεδόν πάντα βρίσκεται πεδίο επαφής - ψηλότερα όμως όχι.

Αυτοί όμως που χαράζουν την πολιτική των κυνηγών θα πρέπει να αντιληφθούν ότι δεν είναι τίποτε άλλο από απλοί "χρήστες γης" με τα συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνοδεύουν αυτή τη χρήση. Θα πρέπει επίσης να σεβαστούν το γεγονός ότι σήμερα τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις έχουν πολλοί ακόμα "χρήστες" της άγριας φύσης οι οποίοι τη θέλουν (όπως και αυτοί) για "αναψυχή".

Τέλος πρέπει να πάντα να θυμούνται (όλοι πρέπει να το θυμόμαστε αυτό) ότι τα παραδοσιακά θηράματα δεν ξεπερνούν τα 35, και σήμερα επιτρέπεται το κυνήγι για 26 από αυτά. Με αυτά οφείλουν να ασχοληθούν, και όχι με το να δυναμιτίζουν τις προσπάθειες διατήρησης του συνόλου των πουλιών της ελληνικής πανίδας (350 είδη).

Περιοδικό ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ
τεύχος 8, Οκτώβριος 2001
Κώστας Παπακωνσταντίνου,
της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρίας

Photo :




.

Top

© Giorgio Peppas



Welcome in Greece