Welcome in Greece Welcome in Greece

 

ΑρχικήInitial ΠίσωBack


H δική σας άποψη εδώ
H δική σας άποψη εδώ

Το παραδοσιακό και το μοντέρνο κυνήγι ...

Το «ελεύθερο παραδοσιακό κυνήγι» είναι μια φράση κλισέ που έχει χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται κατά κόρο στην Ελλάδα από σχετικούς και ασχέτους, που θεωρούν ότι μέσα σ’ αυτή την έκφραση περιλαμβάνεται κάθε τι που θα ήθελαν να απολαμβάνουν.

Αναμφισβήτητα στο κυνήγι δεν υπάρχουν μόδες και αλλαγές τις οποίες κάθε φορά θα πρέπει να ακολουθούν οι κυνηγοί, όμως οι εξελίξεις σε κάθε επίπεδο της τεχνολογίας καθώς και οι αλλαγές χρήσης της υπαίθρου επιβάλλουν και αλλαγές στους τρόπους άσκησης του κυνηγίου.

Συχνά η φύση δεν έχει τη δυνατότητα να καλύψει τις κυνηγετικές μας ανάγκες και είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε σε κινήσεις ενίσχυσης του θηραματικού κεφαλαίου, είτε αναπαράγοντας τεχνικά έναν αριθμό θηραμάτων, είτε βελτιώνοντας το βιότοπο των φυσικά αναπαραγομένων, με σπορές εκμαστεύσεις υδάτων, ελέγχου των αρπακτικών κλπ.
Δυστυχώς στη χώρα μας, όταν στα πλαίσια της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατατέθηκαν, από τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, τα παραδοσιακά κυνήγια, δεν υπήρξε πρόνοια, από τις τότε κυνηγετικές οργανώσεις να περιληφθούν ορισμένοι τρόποι και μέθοδοι κυνηγίου, στα ελληνικά παραδοσιακά κυνήγια.

Έτσι παρατηρούμε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες να απολαμβάνουν κυνηγετικά προνόμια που οι Έλληνες τα βλέπουν με δέος και απορία.
Συχνά αναγνώστες μας ή ακροατές της εκπομπής του ραδιοφώνου στις «πρωινές ιχνηλασίες» μας ρωτούν γιατί ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες επιτρέπονται τα δίχτυα, οι ξόβεργες, οι ζωντανοί κράχτες ή παγίδες, στην Ελλάδα το κυνήγι γίνεται αποκλειστικά και μόνο με το λειόνακο όπλο.

Ο λόγος είναι, ότι κανένας τα χρόνια εκείνα, δεν είχε προβλέψει τη δέσμευση που αναλάμβανε η χώρα μας, όταν έστελνε προτάσεις στην Ενωμένη Ευρώπη. Δυστυχώς το λεγόμενο σήμερα «παραδοσιακό κυνήγι» έχει περιορισμένους ορίζοντες και πολύ φοβάμαι ότι έχει και περιορισμένο μέλλον.

Είμαι από τους κυνηγούς που μεγάλωσαν στα βουνά αναζητώντας 100% άγριο θήραμα χωρίς να χρειάζεται να το πληρώνουν και χωρίς να παρακολουθούνται στενά για να μη «στραβοπατήσουν».
Για μένα λοιπόν και όλους όσους έχουν παρόμοια βιώματα, το ελεύθερο κυνήγι ταυτίζεται με το παραδοσιακό, διότι έτσι κυνηγούσε ο πατέρας μου, ο παππούς μου και όλοι μου οι πρόγονοι.
Ως έννοια λοιπόν όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει «παραδοσιακό κυνήγι». Όμως στην ουσία θα πρέπει να αναρωτηθούμε πρώτον κατά πόσο οι σημερινές συνθήκες επιτρέπουν αυτό το είδος του κυνηγίου, δεύτερο κατά πόσο εμείς αντιμετωπίζουμε το θήραμα με τους ίδιους όρους που το αντιμετώπιζαν οι παππούδες μας και τέλος αν αυτό το είδος του κυνηγίου εξακολουθεί να συγκινεί τους κυνηγούς.
Ξεκινώντας από τις συνθήκες θα έλεγα ότι τα πάντα γύρω μας έχουν αλλάξει, αλλά εμείς αρνούμαστε να το δούμε.

Οι βιότοποι έχουν καταπατηθεί από τον άνθρωπο και κυριολεκτικά δεν υπάρχει γωνιά αυτής της χώρας που να μην φθάνει το αυτοκίνητο. «Κουτσοί, στραβοί, στον Άγιο Παντελεήμονα» λένε στο χωριό μου και πραγματικά ικανοί και ανίκανοι φθάνουν εκεί που κάποτε έφθαναν μόνο τα παλικάρια και τα κατσίκια. Έχω πολλά χρόνια να δω κυνηγό να κάνει πορεία οκτώ και δέκα ωρών, φορτωμένος με τα αναγκαία για να αρχίσει από κει και πέρα να κυνηγά.

Τώρα τα τετρακίνητα και οι δρόμοι μας πάνε παντού διευκολύνοντας την πρόσβαση αλλά και τον εγκλωβισμό του θηράματος. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στο κυνήγι των τριχωτών, ιδιαίτερα του αγριόχοιρου, τα αυτοκίνητα παίζουν τον πρώτο ρόλο και σε αστραπιαίο χρόνο τα καρτέρια αλλάζουν θέση αν το θήραμα πάρει απρόβλεπτη πορεία.
Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο πριν από είκοσι – τριάντα χρόνια και η απογοήτευση και η αποτυχία ήταν συνηθισμένες σε παρόμοια κυνήγια.
Η οργανωμένη και εξελιγμένη κυνοτεχνία επίσης δίνει σήμερα σκυλιά πολύ μεγαλύτερης αξίας από εκείνα τα οποία κατείχαν οι Έλληνες κυνηγοί κάποτε.
Όσο το θήραμα σπανίζει τόσο τα σκυλιά βελτιώνονται για να μπορούν να εντοπίζουν και να κυνηγούν κατά περίσταση τα λιγοστά σε πολλές περιπτώσεις θηράματα.
Βοηθητικά μέσα όπως ηλεκτρονικά κολάρα για την εκπαίδευση σκύλων, beeper (ηλεκτρονικά κουδούνια) κλπ, έχουν μπει στην καθημερινότητά μας και κάνουν το κυνήγι να ξεφεύγει από την παράδοση και να οδηγείται στην εξέλιξη.

Τέλος όπλα και πυρομαχικά που εξελίσσονται καθημερινά και συνδυάζονται με την εκπαίδευση των κυνηγών, στη σκοπευτική τεχνική τον κάνουν αναμφισβήτητα πιο αποτελεσματικό από τους πατεράδες και τους παππούδες μας.

Από τη μια λοιπόν η κατά γενική ομολογία μείωση της κυνηγετικής ευκαιρίας, από την άλλη η αύξηση της κάρπωσης δείχνουν ότι οι ισορροπίες αλλάζουν διαρκώς. Αν στα πιο πάνω προσθέσουμε και την πλεονεξία των κυνηγών που σε πάρα πολλές περιπτώσεις δεν επιτρέπει στον κυνηγό να γυρίσει στο σπίτι χωρίς ικανοποιητική ποσότητα θηράματος, τότε διαπιστώνουμε ότι το κυνήγι κατ’ αυτή την έννοια δεν έχει μέλλον.
Οι ειδικοί θηρματολόγοι έχουν κάνει αυτές τις διαπιστώσεις εδώ και πάρα πολλά χρόνια και έχουν εκπονήσει εκατοντάδες επιστημονικές μελέτες, για να μπορέσει η «προσφορά» θηράματος να ανταποκριθεί στην κυνηγετική «ζήτηση».

Ήδη σε πολλές χώρες στο εξωτερικό που πέρασαν πολύ πριν από μας αυτό το στάδιο, οι επιστημονικές προτάσεις που υλοποιήθηκαν έδωσαν αποτέλεσμα και εδώ και πάρα πολλά χρόνια το κυνήγι δίνει χαρά και ικανοποίηση σε εκατομμύρια κυνηγούς που βέβαια δεν έμειναν στις ιδέες και τα παχιά λόγια αλλά προχώρησαν σε έργα.

Φέτος με ιδιαίτερη χαρά ακούω τις κυνηγετικές μας οργανώσεις να δίνουν πρώτη προτεραιότητα στο ενδημικό μας θήραμα κα να προχωρούν σε βελτιώσεις βιοτόπων όπου το ενδημικό θα μπορεί να αναπτυχθεί.
Οι τακτικοί αναγνώστες του περιοδικού θα θυμούνται πόσα χρόνια κραυγάζουμε για το ενδημικό θήραμα για να φτάσουμε επιτέλους στο 2006, να καταλάβουμε πού υπάρχει μέλλον.
Βέβαια και στο παρελθόν από πλευράς κράτους έγιναν κάποιες προσπάθειες με τη μορφή «ελεγχόμενων κυνηγετικών περιοχών».

Ως ιδέα θα έλεγα ότι παρουσίαζε ενδιαφέρον, τουλάχιστον για ορισμένους εύπορους ή υπερήλικες κυνηγούς που δεν είχαν ικανότητα, χρόνο και διάθεση να γυρίζουν τα βουνά και να επιστρέφουν άκαρποι.
Στην πορεία όμως φάνηκε ότι η εφαρμογή είχε μόνο εμπορικό χαρακτήρα και ουδόλως διαχειριστικό. Η ποιότητα του θηράματος (του εκτρεφόμενου) είναι κακή, η προσομοίωση με το πραγματικό κυνήγι συχνά είναι αστεία και στο τέλος παρά τις δεκαετίες της εφαρμογής δεν έχει προσφέρει τίποτε απολύτως στο φυσικό περιβάλλον.

«Πεταμένα λεφτά» λένε πολλοί και ίσως δεν έχουν και άδικο. «Φιλοθηραματικό και φιλοπεριβαλλοντικό έργο» απαντούν οι διαχειριστές του. «Κρατικά μαγαζιά με παθητικό» τα λέω προσωπικά, που ικανοποιούν λίγους που θέλουν να «το παίξουν κυνηγοί».

Όπως και να ‘χει όμως το θέμα, το γεγονός είναι ότι πολλοί από εκείνους που τα κατηγορούν εθεάθησαν συχνά – πυκνά να «ψωνίζουν» από κει.
Πέρα όμως απ’ αυτό το αναγκαίο κακό υπάρχουν δοκιμασμένοι τρόποι, που συχνά τους έχουμε βιώσει σε άλλες χώρες, για να προσαρμοστεί το κυνήγι στις σημερινές συνθήκες και τις σημερινές απαιτήσεις.
Το να ταμπουρωθούμε πίσω από σλόγκαν του τύπου «ελεύθερο παραδοσιακό κυνήγι» και να περιμένουμε από το Θεό να μας στείλει θηράματα, δεν οδηγεί πουθενά ή μάλλον οδηγεί μαθηματικά στην υποβάθμιση και τέλος στην εκ των πραγμάτων κατάργηση.

Όταν ο Πανάγαθος μας δίνει ένα θήραμα κι εμείς παίρνουμε δύο, θα καταλάβουμε ότι όταν θα κάνουμε «ταμείο» θα το βρούμε άδειο.
Αν και το θέμα είναι τεράστιο, με εκατοντάδες παραμέτρους, πιστεύω ότι σήμερα που η εμπειρία περισσεύει και η επιστήμη της διαχείρισης του θηράματος βρίσκεται μέσα στα σπίτια μας, πρέπει να το δούμε με σοβαρότητα χωρίς υστεροβουλίες, τοπικισμούς και προσωπικά συμφέροντα για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε το κυνήγι.

Ίσως τα νεανικά μας βιώματα να μην επιστρέφουν, όμως εμείς θα πρέπει να κοιτάμε μπροστά για να μην μείνουμε με τις αναμνήσεις.

Πηγή : ΚΥΝΗΓΕΣΙΑ ΚΥΝΟΦΙΛΙΑ


ΕΠΑΝΩ-UP