Welcome in Greece Welcome in Greece

 

ΑρχικήInitial ΠίσωBack


H δική σας άποψη εδώ
H δική σας άποψη εδώ

Ας έρθουν να μας πιάσουν… !

όψαμε δυο λεπτές βεργούλες. Καρφώσαμε τη μια τους άκρη στο χώμα, λοξά πάνω από τα κάρβουνα και στην άλλη περάσαμε τα λουκάνικα. Θάψαμε στην καυτή στάχτη δυο κρεμμύδια, καψαλίσαμε δυο φέτες ψωμί, ανοίξαμε το μπουκαλάκι με το τσίπουρο. Καθόμαστε απαγκιαστά σε ένα ψήλωμα κοντά στον Προβατώνα. Στον κάμπο δεν κινείται τίποτα, δεν ακούγεται σκυλί, δεν σκάει τουφέκι. Δεν είναι πολλοί που κυνηγούν τσιχλοκότσυφα στον Εβρο.

Στο βάθος ο Εβρος πλημμυρισμένος. Μεγάλη η ζημιά τούτη τη φορά. Ο κόσμος κλαίει. Ηρθαν πάλι οι πολιτικοί μας από την Αθήνα, μίλησαν για άλλη μια φορά για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν άμεσα, για την ανάγκη τριεθνούς δραστηριοποίησης. Μας είπαν πως δεν πάει άλλο, χρειάζεται οριστική και μόνιμη λύση. Τα ίδια ακριβώς που μας είχαν πει και πρόπερσι και πριν από πέντε και πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Και κάποιοι από τους ιθαγενείς χειροκρότησαν και έτρεξαν δίπλα τους να φωτογραφηθούν…

Και πάλι θα έρθουν του χρόνου, μόλις πλημμυρίσει το ποτάμι, πάλι τα ίδια θα μας πουν, πάλι τίποτα δεν θα αλλάξει. Θα δοθούν κι οι αποζημιώσεις για τη χαμένη παραγωγή κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ολα θα ξεχαστούν μέχρι την επόμενη υπερχείλιση του ποταμιού, οπότε θα μας ξαναθυμηθούν τα κανάλια της Αθήνας και οι πολιτικοί μας.

Για τα χαμένα μας όνειρα, τα σχέδια και τις ελπίδες που πνίγονται κάθε τρεις και λίγο στα λασπόνερα, για τη χαμένη γαλήνη της ψυχής μας, που κατρακυλά μαζί με τα ξεριζωμένα δέντρα στο θυμωμένο ποτάμι, ποιος θα μας αποζημιώσει;

Αλήθεια, αν τα εκατομμύρια που δίνονται κάθε χρόνο για αποζημιώσεις μετά την πλημμύρα, δίνονταν πριν απ’ αυτή για αντιπλημμυρικά έργα, δεν θα γλιτώναμε το ξενύχτι, την ανασφάλεια και την αγωνία;

Βαρύς ο καιρός, μουντός, φορτωμένος. Βαρύς ο ουρανός, σκοτεινός, συννεφιασμένος. Πάλι θα βρέξει…

Βαρύς, μουντός συννεφιασμένος κι ο μπάρμπα-Γιώργης, ο υπερήλικας σύντροφός μου στις κοντινές κυνηγετικές εξορμήσεις. Κατσούφης (πράμα σπάνιο), αμίλητος, δεν είπε λέξη από το πρωί. Μια καλημέρα με το ζόρι. Βγάζει από τη χόβολη ένα κρεμμύδι, βάζει το μισό πάνω σε μια φέτα καψαλισμένη και μου την προσφέρει. Κόβει ένα κομμάτι από το λουκάνικό του και το δίνει στο Σέτερ που τρίβεται στα πόδια του. Πίνει μια γουλιά ποτό… «Διαβάζω αυτά που γράφεις στο περιοδικό», λέει ξαφνικά, χωρίς να με κοιτά. Δεν απαντώ, παρόλο που η έκπληξή μου είναι μεγάλη. Δεν του είχα πει πως γράφω, δεν φανταζόμουν πως διαβάζει κυνηγετικά περιοδικά.

Αφοσιώνεται και πάλι στη φωτιά. Ακόμα ένα αμίλητο μισάωρο, περιμένω το ξέσπασμα, τον βλέπω που σκάει. Τίποτα. Υστερα απαλά, χαμηλόφωνα, εντελώς ήρεμα: «Εγώ θα κυνηγάω», μου λέει, «στο βουνό θα κυνηγάω, όχι στα κοτέτσια. Στις ρεζέρβες να πάν’ αυτοί που δεν τα’ αντέχουν το βουνό, οι κουστουμάτοι. Θα κυνηγάω, ώσπου να με πάρει ο Θεός. Κι ας έρθουν να με πιάσουν». Η φωνή του υψώνεται, το πρόσωπο τσιτώνεται. Σηκώνεται όρθιος, τεντώνει το κορμί. Το βλέμμα στο αόρατο βουνό. Ανοίγει τα χέρια στον ουρανό. Ενας ίσιος, λιανός, γέρικος δέντρος, μπαστούνι ποτέ δεν έπιασε στα χέρια του.

«Σα δε ντραπούν, ας έρθουν να με πιάσουν. Σάματις τι μπορούν να μου κάνουν; Τα πέρασα τα ογδόντα, τους ξέφυγα». Παίρνει το τουφέκι κι ξαμολιέται στον κατήφορο. Γύρισε αργά το απόγευμα με δυο γερακότσιχλες και μια μπεκάτσα. Μέχρι που τον άφησα στο σπίτι του δεν ξανάπε λέξη. Μια καληνύχτα βαριά κι έφυγε.

Κι αφού δεν άφησες να στα πω, διάβασέ τα, καλέ μου φίλε.

Κι εγώ θα κυνηγάω μπάρμπα-Γιώργη. Στο βουνό, όχι στα κοτέτσια. Γιατί στα «κυνηγετικά πάρκα» πηγαίνουν αυτοί που θέλουν να σκοτώσουν, όχι αυτοί που θέλουν να κυνηγήσουν. Κι ας έρθουν να με πιάσουν. Εγώ είμαι πενήντα, δεν τους ξέφυγα. Θα με πομπέψουν, θα με σύρουν στα δικαστήρια, θα με τιμωρήσουν. Μα δεν τους δίνω τίποτα παραπέρα. Τόσα χρόνια τώρα κόβουν, απαγορεύουν, συρρικνώνουν το κυνήγι, χωρίς αιτία, χωρίς νόημα και χωρίς κανένα όφελος για τη φύση ή το θήραμα.

Και κανείς δεν αντιστέκεται. Ως εδώ και μη παρέκει όμως. Σα δε ντραπούν, ας έρθουν να με πιάσουν. Δεν τους φοβάμαι και η ντροπή όλη δικιά τους. Κι αυτών, των «δικών μας» που σωπαίνουν και κρύβονται κι αφήνουν τους άσχετους να κόβουν και να ράβουν. Νισάφι πια.

Γιώργος Αποστολόπουλος

Πηγή Ελύθερος Τύπος ένθετο κυνήγι

ΑΙΝΗΣΙΟ ΔΕΛΤΑ


ΕΠΑΝΩ-UP