«Πάρε με, τρένο! Πάρε με, φρεγάτα, στα πανιά σου!
Μακριά! Μακριά! Η λάσπη εδώ με δάκρυ έχει γενεί!» -
Σαρλ ΜποντΑέρ
Στην Αναγνώριση Προτύπων του Ουίλιαμ Γκίμπσον, η ηρωίδα του, Κέις Πόλαρντ, που η δουλειά της είναι να αναγνωρίζει πρότυπα αγοράς, δηλαδή να ανακαλύπτει τάσεις και προϊόντα που είναι εμπορεύσιμα, έχει μια αχίλλειο πτέρνα.
Υποφέρει από «μια νοσηρή και μερικές φορές βίαιη αντίδραση στη σημειωτική της αγοράς», δηλαδή παθαίνει αλλεργία κάθε φορά που έρχεται σε επαφή με λογότυπα, ετικέτες και καταναλωτικά σύμβολα έτσι, τα ρούχα της δεν έχουν ετικέτες, αποφεύγει να δει κατάματα τις τεράστιες γιγαντοαφίσες με εταιρικά logos, ακόμα και τα κουμπιά του μαύρου της 501 είναι τελείως επίπεδα, κενά, τροχισμένα από έναν Κορεάτη κλειδαρά στο Βΐλατζ.
Η Πόλαρντ είναι το πλησιέστερο παράδειγμα που μπορώ να βρω για να συγκρίνω την προσωπική μου αυξανόμενη δυσφορία, που εκδηλώνεται με κρίσεις ναυτίας όποτε έρχομαι σε επαφή με ότι ονομάζεται νεοελληνική πραγματικότητα.
Ζαλίζομαι και νιώθω κράμπες στο στομάχι όταν παρ' όλες τις προσπάθειες και τα επιδέξια σλάλομ για να αποφύγω το βάναυσο ρεαλισμό της πεμπτοκοσμικής χώρας όπου ζω σκοντάφτω κάθε τόσο στην ηλιθιότητα, τις προκαταλήψεις, τον επαρχιωτισμό, την ημιμάθεια, την ξιπασιά, το σνομπισμό, την αυταρέσκεια, το ρατσισμό, τα σαχλά της σχόλια, το φτηνό συναισθηματισμό της, την κατάφωρη σφαγή της λογικής, το κακό γούστο της, τη συμπεριφορά και τις πράξεις μιας κοινωνίας που δεν μπορεί να χωρέσει ο νους κανενός πολιτισμένου ανθρώπου.
Από τους ηλίθιους που παίζουν ρακέτες στην παραλία μέχρι τους σαρανταπεντάρηδες πολιτικούς που χωρίς καμία συναίσθηση της γελοιότητας αυτοχαρακτηρίζονται «νέοι πολιτικοί με νέες ιδέες» ενώ μιλάνε σαν δεινόσαυροι λίγο πριν εξαφανιστούν από τους μετεωρίτες και από α το θρήνο για τα αυθαίρετα καμένα σπίτια που ανεγέρθηκαν ως μνημεία παραβατικότητας μέχρι τους δημοσιογράφους που επιμένουν να πάρουν τις απαντήσεις που θέλουν και μοιάζουν με ανακριτές της Στάζι, από το χάος του κράτους μέχρι το ραγιαδισμό τού «δεν αλλάζει τίποτα» και την ψύχωση να μεταβληθούμε σε κομμουνιστικό κράτος όπου εργάζονται αποκλειστικά δημόσιοι υπάλληλοι, από τον όλεθρο των φωτιών μέχρι τη μηδαμινή αντιμετώπιση τους και την ευκαιρία που μας δίνουν για άλλη μια φορά να αποδείξουμε τη σύμπνοια εκ των υστέρων κάνουν όλο και πιο παράλογο το γεγονός ότι έχω την ιδιότητα του Ελληνα πολίτη, ενώ η χώρα και οι κάτοικοι της μου δημιουργούν τρομερή απέχθεια.
Σημασΐα έχει η χώρα που σε κάνει να αισθάνεσαι καλά, που σε αγαπάει και δεν σε μαραζώνει.
Σιχαΐνομαι αυτή τη χώρα που για τα μόνα πράγματα που μπορεί να υπερηφανευτεί είναι ο ήλιος, η θάλασσα και τα ερείπια της και διαφημίζει αυτές τις τυχαιότητες σαν δημιούργημα της, ενώ κάνει τα πάντα για να τα αποδυναμώσει.
Λέει ο Φλομπέρ:
«Δεν είμαι περισσότερο αρχαίος απ' όσο σύγχρονος ούτε περισσότερο Γάλλος απ' όσο Κινέζος και η ιδέα της πατρίδας, δηλαδή η υποχρέωση προς την περιοχή που ζεις και είναι σημειωμένη με κόκκινο ή με μπλε στο χάρτη να μισείς τα άλλα μέρη με το πράσινο ή με το μαύρο μου φαινόταν ανέκαθεν στενόμυαλη, κοντόφθαλμη και απύθμενα βλακώδης.
Είμαι εν Θεώ αδελφός με καθετί που ζει, με την καμηλοπάρδαλη και με τον κροκόδειλο όσο και με τον άνθρωπο.»
Βρεθήκαμε έρμαια σε μια συγκεκριμένη γη αλλά μεγαλώνοντας έχουμε το δικαίωμα και την ελευθερία να ξανά εφεύρουμε τον εαυτό μας, να διαλέξουμε την ταυτότητα μας, να καλλιεργήσουμε τις προσωπικές μας σκέψεις και ιδέες, να επιλέξουμε την πατρίδα της καρδιάς μας.
Μπορώ να αποσύρομαι σε κομμάτια του εαυτού μου όπου νιώθω περισσότερο Νεοϋορκέζος, Γιαπωνέζος ή Μαροκινός και σίγουρα καθόλου Ελληνας.
Ο Σωκράτης, που ήξερε ένα σωρό πράγματα παραπάνω, δεν θεωρούσε τον εαυτό του πολίτη της Αθήνας H αλλά του κόσμου.
paper view 8-9-07